Είναι τρομερά ενοχλητική η απότομη διακοπή ενός τέλειου ονείρου. Και δεν ξέρω πως, αλλά πάντα ξυπνάω στο καλύτερο σημείο. Είναι όπως όταν βλέπεις μια ταινία και η γυναίκα λέει στον άντρα της ότι το παιδί δεν είναι δικό του αλλά του… και εκει σού αρπάζει κάποιος το τηλεκοντρόλ και σού βάζει Χορταρέα. Μόνο που στα όνειρα δεν υπάρχει αυτός ο κάποιος να του χώσεις μπουνίδι. Υπάρχει το κινητό-ξυπνητήρι που παίζει τη μελωδία από ένα αγαπημένο σου τραγούδι το οποίο το έχεις σιχαθεί επειδή αυτό ακούς κάθε που ξυπνάς παρά τη θέλησή σου. Και πας να βάλεις άλλο τραγούδι, αλλά λες ότι αν βάλεις κάποιο που δεν σου αρέσει θα είναι χειρότερο το ξύπνημα, άρα βάζεις κάποιο ακόμα πιο γλυκό, το οποίο και αυτό σε 20 μέρες δεν θα αντέχεις να ακούς. Συμπέρασμα: Το πρωινό ξύπνημα σκοτώνει τη μουσική.
Και το κακό είναι ότι αυτό είναι μόνο η αρχή του όλου. Καλη σου μέρα. Τώρα πρέπει να βάλεις τα πόδια σου σε νοητές ράγες και να ξεκινήσεις τη διαδρομή: νερό στα μάτια να ανοίξουν, νερό στα μαλλιά γιατί το πανκ έχει πεθάνει, οδοντόβουρτσα στο στόμα γιατί κι η ανάσα σου έχει πεθάνει.
Διαδρομή μέχρι το ψυγείο. Ένα βιτάμ που από καιρό φοβάσαι να ανοίξεις.
Διαδρομή μέχρι το σαλόνι. Όλα σου τα ρούχα, πάνω σε όλα τα έπιπλα να διαλέξεις το σημερινό σου σετάκι. Διαλέγεις το λιγότερο ασιδέρωτο. (Τον χειμώνα μπορεί να κάνεις και μια εξαίρεση, ας είναι καλά το μπουφάν που δεν τσαλακώνει εύκολα).
Ξεκινάς προς τη δουλειά. Πηγαίνεις απ’ το δρόμο που περνάει μπροστά από την τράπεζα και βγάζεις πάντα 20 ευρώ. Λες και δεν θα χρειαστεί αύριο να βγάλεις κι άλλα. Το χαρτάκι με το υπόλοιπο, το τσαλακώνεις και το πετάς, χωρίς να το δεις, για να μην σου χαλάσει τη μέρα. Και σκέφτεσαι τι να κάνεις στη ζωή σου ώστε να βγάλεις περισσότερα λεφτά, αλλά αυτή η σκέψη φεύγει γρήγορα με τη δικαιολογία ότι τώρα πας στη δουλειά σου. Όταν σχολάσεις θα το ξανασκεφτείς με την ησυχία σου.
Στήνεσαι στη στάση. Όπου βρίσκεται μια μικρή πολιτεία εκεί. Υπάρχει ο 40ρης με τα ψαρά μαλλιά, με μία αθλητική φόρμα σκούρο μπλε ή ανοιχτό πράσινο, ο οποιός κοιτάζει την κάθε πιτσιρίκα από πάνω μέχρι κάτω ακόμα κι αν αυτή είναι 9 χρονών. Υπάρχει ο μακρυμάλλης ο φοιτητής που ακούει μουσική στα τέρματα απ’ τα ακουστικά και ενώ είσαι 2 μέτρα μακριά του, ακούς κάποιον που φωνάζει die die DIEEEEEE πρωινιάτικα. Καθιστή υπάρχει η μεσήλικη κυρία με χρώμα μαλλιών ξανθομελιτζανοπεριοδί η οποία ελπίζει ότι δεν δείχνουν βαμμένα. Δίπλα της έχει αράξει ο 70ρης συνταξιούχος με την μπάκα, που ανασαίνει λες και τον ντουμπλάρει ο Πρέκας όταν τον έχουν τραυματίσει οι Γερμανοί. Η κυρία κρατάει μια απόσταση από τον εν λόγω κύριο και του ρίχνει κοφτές απωθητικές ματιές. Ενώ όταν ανέβει στο λεωφορείο θα δει ένα ακριβώς ίδιο με αυτούς ζευγάρι που θα είναι παντρεμένο. Ο κύριος δεν θα ανέβει ποτέ στο λεωφορείο γιατί δεν θέλει να πάει κάπου, παρέα θέλει. Παραδίπλα είναι η φοιτήτρια με το ισιωμένο μαλλί που μετα βίας συγκρατεί το βιβλίο της “διαπαιδαγωγικής και ψυχοσυνθετικής αγωγής στην εγκεφαλοσωματική τάση των παιδιών”, ενώ προσπαθεί να στείλει ένα πολύ σημαντικό μήνυμα που γράφει: “eimai sto lewf perimene”.
Όταν φανεί το λεωφορείο όλοι διαλέγουν να σταθούν στο σημείο που στοιχηματίζουν ότι θα ανοίξουν οι πόρτες. Άλλα για μια ακόμη φορά ο οδηγός τους την έσκασε και σταμάτησε λίγο πριν το φανάρι. Κανείς δεν περιμένει να κατέβουν οι από πάνω. Και εσύ που περιμένεις, τρως τη γκρίνια μεσ’ στ’ αυτί σου εξ’ αιτίας των άλλων. Προσπαθείς να μπεις. Υπάρχουν μέρες που δεν σ΄αφήνουν να ανέβεις επειδή οι είσοδοι έχουν μπλοκάρει, ενώ βλέπεις ότι η μέση είναι σχεδόν άδεια. Αλλά τώρα λες, που να τους λέω να πάνε πίσω; Να γίνω ο κακός και να με κοιτάζουν με ξυνισμένα μούτρα και να κάνουν “τσκ”; Αλλά σπρώχνεις λίγο από ‘δω, λίγο απο ‘κει , ζητάς 1.000.000 αυτόματες συγνώμες γιατί θες να φτάσεις και μέχρι το μηχάνημα. Το οποίο πέρα ότι σ’ το χρεώνει περισσότερο το εισιτήριο απ’ ότι στο περίπτερο, δεν σου γυρνάει ρέστα. Και πάντα κάνεις την ίδια σκέψη: Έπρεπε να είχα πάρει από το περίπτερο και ας υπέμενα το βλέμμα του περιπτερά, που θα ‘ταν σαν να του ‘λεγα: “Μου δίνεις 2 γυμνές φωτογραφίες της κόρης σου”; Αλλά ακόμα και τότε, πιστεύω ότι πάλι θα έλεγε: “Μόνο δεκάδες”.
Φτάνεις στη δουλειά σου. Eσύ δουλεύεις με γνώμονα τα καθήκοντά που πρέπει να φέρεις εις πέρας, οι ανώτεροί σου λειτουργούν βάσει του ωραρίου σου. Αν τελειώσεις πιο νωρίς, θα χαρούν μεν, αλλά θα σε φορτώσουν με άλλες δουλειές. Αν τις τελειώσεις με το πέρας του ωραρίου σου, τότε όλοι είναι ικανοποιημένοι. Τραβάς κι εσύ μια παγωμένη ρουφηξιά από το καφεδάκι σου και πας με το πάσο σου.
Το internet είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη μετά το γιαούρτι στο σουβλάκι. Και το internet σε pc όπου δεν είναι δικό σου, είναι ακόμα καλύτερο, αφού τώρα μπορείς να πατήσεις σε όλα εκείνα τα links που φοβόσουν να κλικάρεις από το σπίτι σου. Έτσι κι αλλιώς το να κολλήσεις κανέναν ιό αποτελεί μια πολύ καλή πιθανότητα να μην δουλέψεις και μάλιστα με επιχειρήματα. Πηγαίνεις από link σε link και μαθαίνεις για την ύπαρξη πράσινων πιγκουίνων σε επταώροφο ιγκλού βόρεια της Παγομαγούλας, ότι στο Τσακιτσανστάν επειδή δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα το φερμουάρ, χρησιμοποιούν κόλλα από δηλητηριώδες φυτό το οποίο μικραίνει το πέος των ντόπιων, ότι οι πυξ λαξ δίνουν την τελευταία τους συναυλία και άλλες τέτοιες πληροφορίες.
Κάποια στιγμή θα μπει κάποιος ανώτερός σου και θα σου πει ότι θα πρέπει να μπλοκάρει το δίκτυο κανονικά και να βάλει σούπερ μυστικούς κωδικούς ασφαλείας και ότι περιμένει να του φέρει ο κουμπάρος του ένα πρόγραμμα το οποίο εμοδίζει τις κακές σελίδες και ότι από βδομάδα τέρμα όσα ήξερες. Και εσύ πρέπει να δείξεις συγκατάβαση προς την επίπληξή του και να τον παρακαλέσεις μεταξύ σοβαρού κι αστείου ότι δεν είναι ανάγκη. Τότε αυτός θα νιώσει όμορφα από την εξουσία ότι τον παρακαλάνε, αλλά και επειδή γλίτωσε που δεν θα πρέπει να ψάξει κάποιο firewall επειδή δεν έχει τέτοιο κουμπάρο.
Η δουλειά σου συνεχίζεται όπως εδώ και καιρό. Βάσει του τί μπορείς να γλιτώσεις από τα μάτια του αφεντικού σου. Νιώθεις ωραία που δεν είσαι πια εκείνο το ψαράκι που νόμιζε ότι όλα εκεί δουλεύουν ρολόι και περιμένουν από ‘σένα να βγάλεις την δουλειά στην εντέλεια. Τελικά είναι μία ακόμα βιτρίνα που μπόρεσες και είδες από πίσω της. Βέβαια έχεις και ένα φιλότιμο, αλλά και βέβαια σου αρέσει όταν τέλος του μήνα το χαρτάκι από το ATM το διπλώνεις στα 4 και το πετάς σε κάδο ανακύκλωσης.
Τελειώνεις επιτέλους και την ώρα που περνάς το κατώφλι και βγαίνεις στο δρόμο, πάντα σου ‘ρχεται ανεξήγητα στο μυαλό ο Michael Scofield. Λες να πας για κανένα καφεδάκι με τους συναδέλφους σου. Καλά παιδιά, αλλά δεν θα τους έστελνες και να βγείτε αν δεν ήταν συνάδελφοί σου. Όταν έρθει να πάρει παραγγελία ο σερβιτόρος, συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις φάει τίποτα όλη μέρα κι έτσι παίρνεις ένα τετράγωνο τοστ το οποίο πληρώνεις όσο πληρώνει ο μπαμπάς σου για τα τοστ 2 μηνών στο σπίτι. Και αρχίζουν οι ιστορίες. Αρχίζουν οι ιστορίες από τη δουλειά φυσικά. Ο ένας παραπονιέται για το air-condition, ο άλλος λέει για τη γραμματέα που αν ήταν 20 χρόνια μικρότερη θα της τα έριχνε, και ο άλλος ότι έχει πήξει στη δουλειά που ούτε για ένα καφέ δεν προλαβαίνει να πάει. Οι ιστορίες από τη δουλειά δεν σταματούν ποτέ, και στο φόντο του μυαλού σου αναγεννούνται οι μεταφυσικές σου ανησυχίες για το αν υπάρχει ζωή μετά τη δουλειά.
Γυρνάς στο σπίτι και σαν υπνωτισμένος κάθεσαι στον καναπέ και ανοίγεις την τηλεόραση μαζί με το λάπτοπ. Δεν είσαι πουθενά απ’ τα δύο συγκεντρωμένος αλλά νιώθεις ότι κάνεις multitasking. Όταν αρχίζεις να κάνεις μηχανικά refresh στο facebook και όταν οι άνθρωποι στην τηλεόραση έχουν πέσει στα πατώματα και διαφημίζουν μηχάνημα κοιλιακών, καταλαβαίνεις ότι ήρθε η στιγμή για την αυλαία. Και εκείνη η σκέψη για το τι θα κάνεις για να βγάλεις περισσότερα χρήματα; Ασ’ το για αύριο που θα έχεις καθαρό μυαλό.
Βάζεις ξυπνητήρι την καθιερωμένη ώρα και εύχεσαι να δεις καλό όνειρο και να μην σ’ το διακοψει.
Κύκλος.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου