Κρυφτό…

29 Φεβ 2012


Η αγάπη λένε, είναι ένα πανέμορφο παιχνίδι…
Όταν όμως αυτό το παιχνίδι μετατρέπεται σε «κρυφτό» συναισθημάτων, τότε μπορεί πολύ εύκολα ο παράδεισος της αγάπης να μετατραπεί σε κόλαση…

Οι γλάροι

28 Φεβ 2012

Ένα κείμενο που μέσα στα χρόνια καρφώνεται όλο και πιο πολύ μέσα μου. Το θυμάμαι συχνά, 'ισως γιατί μου παίρνουν αυτά που αγαπάω, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο βυθίζοντας με σε μια μοναξιά απόλυτη και ας μην είμαι περικυκλωμένος από θάλασσα.

" Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!

Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.

Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...

Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.

Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.
...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...

Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος."


Οι γλάροι
Η.ΒΕΝΕΖΗΣ

κατσούφης

27 Φεβ 2012

Ξέρεις, έβλεπα ξανά "Απαράδεκτους", επεισόδια του 1992. Λέγανε ότι η ελληνική οικονομία πάει χάλια. Ύστερα θυμήθηκα μεταολυμπιακές εποχές 2005, που άκουγα και όλοι λέγανε ότι η ελληνική οικονομία πάει χάλια, και ο κόσμος πεινάει. Αν το σκεφτείς, η κατάσταση της οικονομίας ήταν πολύ καλύτερη και στις 2 αυτές περιόδους, από ότι είναι σήμερα. Αλλά και τότε όμως γκρινιάζαμε. Ποτέ δεν σταματήσαμε να γκρινιάζουμε. Ποτέ δεν είπαμε: "είμαστε καλά τώρα". Πάντα λέμε: "τότε ήταν καλά". Και έτσι όπως πάει το πράγμα, σε λίγα χρόνια θα λέμε: "α, το 2012 ήμασταν πολύ καλά. Μακάρι να ξαναγυρνούσε εκείνη η εποχή".

Είναι λογικό, φυσικά, να αναζητάς πάντα το καλύτερο. Και εννοείται πως προτιμάς το κακό από το χείριστο, αλλά γιατί πάντα να πρέπει να γκρινιάζεις; Γιατί να μην βλέπεις το χείριστο, και αυτό να σε κάνει ευγνώμων για το κακό που έχεις; Να συνεχίζεις να πολεμάς για το καλύτερο, αλλά μην είσαι μια ζωή κατσούφης ρε πούστη.

Και αυτό φυσικά δεν ισχύει μόνο για την οικονομία. Είναι όπως τότε που ήσουν μικρός και στεναχωριόσουν επειδή είχες 10 σπυράκια, και τώρα, λίγα χρόνια μετά, καραφλιάζεις. Είναι όπως τότε που στεναχωριόσουν επειδή η ομάδα σου αποκλείστηκε στην Ευρώπη, και τώρα, λίγα χρόνια μετά, παίζει Β' Εθνική. Είναι όπως τότε που σ' εκνεύριζε επειδή δεν σού έδειχνε πόσο σ' αγαπάει, και τώρα, λίγα χρόνια μετά, δεν σ' αγαπάει.


Επίσης αυτή η ιστορία είναι από τα πιο σοφά πράγματα που θα διαβάζεις σ' αυτή τη ζωή.

Σαρλό…

26 Φεβ 2012

Όλοι γύρω μασκαρεμένοι, σκηνικό αποκριάτικο…
Φάτσες αστείες, τρομακτικές, ζωγραφισμένες. Όλοι χαρούμενοι και γελαστοί και όσοι δεν είναι, έχουν ζωγραφίσει ένα πλατύ χαμόγελο…
Φιγούρες περίεργες, κωμικές, σαρκαστικές, προκλητικές…

Κάπου εκεί ανάμεσα ψάχνω και σένα με την αστεία φιγούρα του Σαρλό…
Με τη φιγούρα που ήσουν τόσο ενθουσιασμένη μαζί της.
Να κάνεις συνέχεια γκριμάτσες, να χαμογελάς και να χαίρεσαι. Να παίζεις με το αστείο σου καπέλο.  Να είσαι ευτυχισμένη…
Και εγώ από απέναντι θεατής σου, να σε χαζεύω και να είμαι ευτυχισμένος που σε βλέπω να γελάς. Μα το ξέρω πως θα χαθώ πάλι στις ψευδαισθήσεις μου.
Δε θα είσαι εδώ… Δε θα είσαι εσύ…

Πού ξέρεις όμως, ίσως βρω έναν άλλο Σαρλό απόψε να ξεγελάσω το μυαλό μου…
Άλλωστε το απαιτεί και η μέρα, με τόσους μασκαρεμένους, αξίζει να μασκαρέψεις και το μυαλό σου…

αποτέφρωση

25 Φεβ 2012

Στην σκέψη ότι τόνοι σκουπίδια εθίμων, παραδόσεων, προκαταλήψεων, φόβων θα κατέληγαν σε ταφή στα ΧΥΤΑ του μυαλού μας, ομολογώ ότι θα τα έτριβα λιγάκι τα χεράκια μου. Μαζεύτηκαν πολλά, άχρηστα πια, που δε μας χαρακτηρίζουν ούτε ως κοινωνία ούτε ως άτομα. Τουλάχιστον τη νέα γενιά που αξίζει να είναι ο ρυθμιστής της κάθε εποχής. Δε μπορούμε να ρωτάμε τι θα παίξει η τηλεόραση π.χ την ογδοντάχρονη, ούτε αν πρέπει να χτιστεί μουσουλμανικό τέμενος στην Αττική. Άντε να ανοίξει το μυαλό να μπεί λίγο φως.
Υπάρχει φυσικά και ο αντίλογος. Κάποια θέματα είναι μάλλον πολύ σοβαρά για να τα πετάξουμε έτσι αψήφιστα. Και για να εξαντλήσω την ειλικρίνεια μου ίσως και να είναι λάθος να αλλάξουν.
Νέα μόδα στην Ελλάδα, εισαγόμενη από τα ξένα, προστάζει την καύση των νεκρών. Και θα ήθελα να μπορώ να συμφωνήσω. Πιό οικονομικό, χωρίς παπάδες, εκκλησίες και λοιπά αχρείαστα, θα έχεις και τις στάχτες για πάντα μαζί σου. Αμέσως αμέσως, πόσα θετικά. Όμως οι στάχτες, το μόνο για το οποίο θα είναι υπεύθυνες θα είναι για κάποια εμμονή με τις αναμνήσεις του παρελθόντος. Οι στάχτες δεν είναι ο άνθρωπος σου. Εκτός και αν τα όνειρα σου γι'αυτόν φτάναν μέχρι εκεί. Για σκόνη, που άν αφήσεις τα παράθυρα ανοιχτά θα στον πάρει ο αέρας.
-Γιώργο τρέχα, κλείσε το παράθυρο, μην πάρει ο αέρας τη γιαγιά.
Η στάχτη δε θα κάνει τα αστεία του, δε θα νιώθεις το χέρι της, δε θα κοιτάς τα μάτια του, δε θα πεθαίνεις στην αγκαλιά της.
Υπάρχει και κάτι άλλο. Στην ταφή θα σε φάνε τα σκουλήκια, θα γίνεις μέρος του θαύματος, θα γίνεις αλτρουιστής όσο παρτάκι κι αν ήσουν στην κανονική ζωή. Χορταράκια θα φυτρώσουν εξαιτίας σου. Όσο και να μη σ'αρέσει, κι αν είχες άλλα σχέδια για τη μετέπειτα κατάσταση, αυτό που παίρνεις δεν είναι τόσο ασήμαντο.
Γίνεσαι πρόξενος της ζωής.
Όχι ανόργανη ύλη σε ένα ακριβό κινέζικο βάζο πάνω από κάποιο τζάκι.

(Σε έναν άνθρωπο που έφυγε πρίν λίγους μήνες. Πλήρης ημερών, τύχης, αγάπης. Πάντα θα θυμάμαι, χωρίς στάχτες, φωτογραφίες ή αφηγήσεις)    

φαντάσου

24 Φεβ 2012

Θα προσγειωνόταν στις 21:30. Υπήρχε αναμονή σε εκείνη την αίθουσα. Κρατούσα κι εγώ ένα χαρτόνι, ανάμεσα σε ταξιδιωτικούς πράκτορες που έκαναν το ίδιο για κάποιους άγνωστους τουρίστες. Όμως για μένα δεν ήταν άγνωστη. Ήταν η καλύτερη κοπέλα του κόσμου. Η δικιά μου η κοπέλα. Που με ήξερε και την ήξερα καλύτερα απ' όλες. Γι' αυτό και αντί για το όνομά της, είχα γράψει "ΚΟΥΚΛΑΡΑ" στο χαρτόνι. Για να βγει με τη βαλίτσα της, και να το δει και να γελάσει.

Στη διαδρομή για το αεροδρόμιο, σκεφτόμουν ότι θα έχω το χαρτόνι κρυμμένο πίσω από την πλάτη μου, και μόλις την δω από μακριά, τότε μόνο θα το εμφανίσω μπροστά μου. Γιατί όσο λιγότερο χρόνο το κρατούσα, τόσο λιγότερο ρεζίλι θα γινόμουν.

Μόλις άνοιξε η πύλη και οι πρώτοι επιβάτες έκαναν την εμφάνισή τους, ανάμεσα  στα "ανταγωνιστικά πλακάτ", σήκωσα ψηλά και κράτησα περήφανα και σφιχτά και το δικό μου χαρτονάκι τελικά. Γιατί θα μπορούσα να το έβγαζα τελευταία στιγμή μόνο και μόνο για να το δει αυτή, γιατί μπορεί και η ίδια να μην έμαθε ποτέ το πόση ώρα το κρατούσα, γιατι μπορεί να με κοιτούσαν περίεργα οι αφιχθέντες, αλλά εγώ ήθελα να το ζήσω εκείνο το παραμύθι έτσι όπως έπρεπε. Να νιώσω αυτό το συναίσθημα του "δεν με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος". Δεν ήθελα να με θυμάμαι σαν δειλό πρίγκιπα. Κρατούσα ένα χαρτόνι που έγραφε "ΚΟΥΚΛΑΡΑ", ανάμεσα σε "ΓΕΩΡΓΙΟΥ" και "NOWITZKI". Και με είχανε για χαζό, και εγώ χέστηκα. Γιατί τις ένιωθα τις προτεραιότητες της ζωής. Σε βοηθάει πολύ ο έρωτας στο να τις βρίσκεις.

 Φαντάσου έναν κόσμο, γεμάτο μόνο από ερωτευμένους.

Όλα…

23 Φεβ 2012


Κατάφερες και μού τα πήρες όλα… Πρώτα το μυαλό, μετά τη ψυχή…
Και τώρα προσπαθείς να πάρεις και την τελευταία μου ανάσα… Το αστείο είναι πως νομίζεις ότι δε το καταλαβαίνω…

Τα θέλεις όλα για πάρτη σου, μα δε σκέφτηκες την εκδοχή να δώσεις και εσύ κάτι…
Τα θέλεις όλα όχι επειδή δε σε φτάνουν, αλλά επειδή πολύ απλά δεν ξέρεις ακόμα τι είναι αυτό που θες… Δεν μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα στα θέλω σου…

Κρίμα που στο τέλος θα με κάνεις, να  λυπάμαι και τους δυο μας…

Έκθεση Γ' Λυκείου

22 Φεβ 2012

Έπεσε τυχαία το μάτι μου πριν λίγο στα υποψήφια θέματα έκθεσης της Γ' Λυκείου. Ούτε που θυμάμαι τι ύλη κάναμε εμείς πρίν λίγα χρονάκια αλλά φαντάζομαι πάνω κάτω θα ήταν ίδια. Και ξεκινάω να διαβάζω. Παιδεία, ανθρώπινα δικαιώματα, υπερκατανάλωση, λαϊκισμός.
Οκ, ενδιαφέρον. Μαθαίνει το παιδί να στηρίζει με πάθος το πόσο αναγκαία και χρήσιμη είναι η παιδεία και η κριτική σκέψη ενός λαού. Αναγνωρίζει το πόσο σπουδαία είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα και είναι έτοιμο να πεθάνει, υπερασπίζοντας τα ως Malcolm X της εποχής μας. Απαξιώνεί την υπερκατανάλωση και τον υλισμό αυτόυ του κόσμου, όμοια με τους ερημίτες των Αγιορίτικων σκητών. Και διατυμπανίζει ότι δε θα υπάρξει ποτέ θύμα φτηνού λαϊκισμού από τους πολιτικούς της χώρας μας.

Ειλικρινά θαυμάζω τους φιλολόγους διορθωτές μας. Νομίζω ότι περνάνε υπέροχα. Πρέπει να πιστεύουν ότι πέθαναν και μεταφέρθηκαν στον τέλειο κόσμο με αυτά που βλέπουν τα ματάκια τους. Ισότητα, αγάπη, παιδεία, δικαιοσύνη, καμμία αξία στον υλισμό, όλα καλά και ανθηρά. Και όλα ίδια. Αποστηθίζοντας εκφράσεις που κάποια νεαρή καθηγήτρια σε κάποιο φροντηστήριο πασχίζει να φυτέψει στο μυαλό των παιδιών, όχι γιατί πιστεύει σ'αυτού του είδους τη διδασκαλία αλλά για να έχει να φάει και τον επόμενο μήνα. Έτσι, λέει, πρέπει να γράφεις. Μετά την τελεία δε βάζουμε και. Ορίστε η συνταγή για μια καλή έκθεση. Φαίνεται τελικά ότι και οι σκέψεις είναι αρνάκι φρικασέ και θέλουν συνταγή.

Όπως και να το κάνεις όμως τα καημένα τα παιδιά όσο πρήξιμο και να έφαγαν με τα συγκεκριμένα θέματα, το πρώτο Σαββατοκύριακο τους ως φοιτητές καταλαβαίνουν μια και καλή πόσο κωμικοτραγικά αντίθετη είναι η πραγματικότητα. Το λαϊκισμό να ανθίζει σε όλους τους χώρους, την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο κέντρο της Αθήνας, την τεχνητή ανάγκη συνεχών αγορών και φυσικά το χάλι της παιδείας.
Τρελαίνομαι για θεωρίες συνωμοσίας ότι πίσω από την επιλογή της ύλης της Γ' Λυκείου στην έκθεση κρύβεται ο καπιταλισμός, η απόφαση των κυβερνόντων να χαζέψουν τον κόσμο, οι φροντιστηριούχοι, ο διεθνής σιωνισμός ή η Αλ Κάιντα αλλά θα αρκεστώ να πω ότι αυτοί που διάλεξαν να ανταγωνίζονται τα παιδιά για το μέλλον τους σε ό,τι πιό υποκριτικό και ασύμφωνο μεταξύ θεωρίας και πράξης, καθώς και τον τρόπο διδασκαλίας στη σημερινή Ελλάδα, πρέπει τουλάχιστον να έχουν πολύ χιούμορ.

ο χασοδίκης του διαβόλου

21 Φεβ 2012

Πάντα ήθελα τα πράγματα γύρω μου να τα ζυγίζω. Να μην δικάζω βιαστικά. Να κοιτάζω και τις 2 όψεις του κέρματος. Να σκέφτομαι και τις δύο εκδοχές. Και ένιωθα σωστός που ποτέ δεν ένιωθα σοφός, αλλά πάντα σκεφτόμουν και ανέλυα και ερμήνευα και αναθεωρούσα.

Αλλά είναι φορές που θέλω να διαλέξω μια πλευρά. Να κινηθώ προς μία κατεύθυνση και να μην ξανακοιτάξω πίσω. Να μην μου τρώει τα σωθικά ο αντίλογος. Να μην αναρωτιέμαι αν κάνω λάθος. Να μην παροτρύνω τον εαυτό μου να μπει στη θέση του άλλου. Να νιώσω αυτό το συναίσθημα του απόλυτου, ότι είμαι σίγουρος πως έχω σίγουρο δίκιο και θα το υπερασπιστω μέχρι θανάτου. Να μην ξαναπώ ποτέ: "Ναι δίκιο έχεις, αλλά από την άλλη…". Δεν θα υπάρχει άλλη πλευρά. Δεν θα ξανακάνω τον δικηγόρο του διαβόλου ποτέ. Δεν θα κάτσω να τρελαθώ στις σκέψεις. Θέλω να ανήκω κάπου επιτέλους. Να μην με περνάνε για δειλό ή ρουφιάνο ή κωλοτούμπα σε κάθε παρέα που προτάσσει τις απόλυτες πεποιθήσεις της. Να γίνω σαν αυτούς. Να με πάρουν με το μέρος τους. Να αποκτήσω αληθινούς συντρόφους και αληθινούς εχθρούς. Να ξέρω ότι θα με υποστηρίξουν σε κάθε διένεξη. Βαρέθηκα να ανήκω στους αναποφάσιστους, τους πολλά σκεπτόμενους. Έχουν τόσο ξενέρωτη κερκίδα. Θα 'θελα να ανήκω σε μία παράταξη, σε μία ιδεολογία, σε ένα χρώμα. Να σκέφτομαι μέχρι εκεί, και τέλος.

Τότε θα μπορούσα να κοιμάμαι πιο καλά. Νικητής ή ηττημένος, δεν θα είχε καμία σημασία.

Από έναν απλό...Έλληνα...

20 Φεβ 2012

"Έλα, ρε άτιμε.
Έλα να τα πάρεις όλα.
Και για όσα πάλεψαν οι πρόγονοί μου και για τα δύο μέτρα κήπο που μου άφησαν οι παππούδες μου...
Έλα να πάρεις και τα μεροκάματα, τα σκληρά, που τα έβαζα στην άκρη για μια ώρα δύσκολη, εκείνη της αρρώστιας.
Έλα να τα πάρεις όλα.
Πάρε και τον ήλιο που τόσο τον γουστάρεις για να λιάζουν οι συφιλιδικοί τα κορμιά τους αποκτώντας το μεσογειακό χρώμα που τόσο επιθυμούν και τόσο απεχθάνονται.
Πάρε ρε, και τις θάλασσές μου να εξάγεις αέριο και τα ποτάμια μου να παράγεις ενέργεια φθηνή μόνο για την πάρτη σου. Πάρε και το γάλα των προβάτων μας και τα στάρια των κάμπων μας.
Το ξέρω που το πας, άτιμε…..
Το πας εκεί που πάντα ήθελες να το φθάσεις.
Να καταστήσεις έναν λαό υπηρέτη.
Να βλέπω απελπισμένες μεσόκοπες να βγάζουν μεροκάματο σε μπουρδέλα παραπήγματα ενώ οι πιο νέες να φεύγουν καραβιές για τα διεθνή καλογυαλισμένα μπουρδέλα σου.
Να βλέπω γέρους να πεθαίνουν από αφόρητο κρύο κλεισμένοι μέσα στα 20 τετραγωνικά λίγο πριν τους τα πάρεις κι αυτά ή από ασφυξία όταν θα τους κλείνεις τον διακόπτη από την συσκευή οξυγόνου λόγω ληξιπρόθεσμων λογαριασμών.
Να βλέπω 50ρηδες σε απόγνωση, 40ρηδες στις ουρές ανεργίας και 20ρηδες να λένε την ξενιτειά πατρίδα τους.
Να βλέπω τα παιδιά ως μελλοντικούς σκλάβους της Φάρμας των Ανθρώπων που χρόνια στήνεις και τώρα θα εγκαινιάσεις εκεί ακριβώς που ξεκίνησε ο Ανθρωπισμός.
Βλέπω που το πας.
Δεν θα ρίξεις απλά το μεροκάματο στο 1 ευρώ την ημέρα για 18 ώρες δουλειάς.
Θα μας κάνεις να χαιρόμαστε που ζούμε κι ας μην παίρνουμε ούτε το 1 ευρώ.
Φτιάχνεις το νέο Νταχάου και αυτό θα είναι η ίδια μου η χώρα.
Τα Νταχάου ποτέ δεν κλείνουν, απλά αναστέλλουν τις εργασίες τους, έτσι δεν είναι λουκανοθρεμμένε μου;
Έφθασε η ώρα να μπουν μπροστά οι μηχανές αυτού του τεράστιου κρεματορίου που θα έχει για οροφή τον ουρανό που λατρέψαμε και για πάτωμα το χώμα που μας έθρεψε.
Έλα, ρε άτιμε, πισώπλατα αυτή την φορά γιατί την προηγούμενη που ήρθες είχες τουλάχιστον τα κότσια να μου υψώσεις κατάμουτρα το όπλο και να μου πεις να σκύψω. Και είχα την επιλογή ή να σκύψω ή να πάρω τα βουνά.
Τώρα όμως μού έχεις κλέψει και τα βουνά.
Μου μένει λοιπόν να σκύψω χωρίς τον φόβο της σφαίρας που θα έβγαινε από το προτεταμένο σου όπλο.
Είναι τρελό να παραδίνομαι χωρίς να έχω πάρει εντολή για αυτό.
Είναι τρελό να φοβάμαι μια σφαίρα που δεν υπάρχει. Πώς γίνεται να βλέπω μπροστά μου ένα όπλο που δεν υπάρχει;
Άτιμε, τα όπλα σου αυτή την φορά δεν έχουν κάννη, ούτε σκανδάλη. Τα λάδωνες όμως δεκαετίες ολόκληρες και έχουν τις φάτσες όλων αυτών των υπανθρώπων που βγάζουν ακόμα λόγους, που κάνουν κόμματα και παρακόμματα, που σφάζονται μπροστά στην κάμερα ενώ πίσω από αυτή στήνουν το σχέδιο για το πλιάτσικο που έχει ξεκινήσει.
Α, ρε άτιμε.
Για αυτόν τον λόγο πέταγες ξεροκόμματα στα κομματόσκυλα της Ελλάδας.
Για την στιγμή που θα τους έδινες την εντολή να κάνουν επίθεση πισώπλατα στον ίδιο λαό που τους έδινε τις ελπίδες του μέσα από ένα σταυρωμένο κωλόχαρτο.
Έλα, ρε μπούλη του Βορρά, να με συμμορφώσεις, να με κάνεις ευρωπαϊκό είδος, να φτιάχνομαι με Μότσαρτ και όχι να κλαίω όταν ακούω κλαρίνο.
Να νιώθω «πολιτισμένος» με προθήκες Μουσείων και όχι με τους σπαρμένους κίονες στα χωράφια μας, που κράτησαν όλον τον δήθεν σου πολιτισμό.
Έλα να σε πάω τελευταία βόλτα στα πατρικά μας να μυρίσεις την ακόμα καμμένη πέτρα των σπιτιών από τον πολιτισμό των δικών σου προγόνων.
Έλα να με κάνεις άνθρωπο εμένα, τον γύφτο του Νότου.
Έλα για να δω αν τελικά έχει μείνει ίχνος Ελλάδας μέσα μου.
Έλα ρε, για να μου αποδείξεις αν το μαχαίρι του παππού μου είχε τα αποτελέσματα που μου περιέγραφε ή ήταν ένα παραμύθι για να κάνω όνειρα κόκκινα".


Κυκλοφορεί στο Internet και επειδή το κείμενο σε συνδυασμό με το παιδί στη φωτογραφία που πρέπει να έχουμε ακριβώς την ίδια ηλικία, με έκαναν να δακρύσω και εγώ, ήθελα απλώς να το ποστάρω...

Βράδυ και Μέρα

19 Φεβ 2012

Ένας κινέζικος θρύλος διηγείται την ιστορία δύο εραστών που ποτέ δεν καταφέρνουν να συναντηθούν. Τα ονόματα τους είναι Βράδυ και Μέρα. Τις μαγικές ώρες του δειλινού και της αυγής οι εραστές πλησιάζουν και κοντεύουν να αγγίξουν ο ένας τον άλλο, αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνουν. Λένε ότι αν κάτσεις κι αφουγκραστείς, μπορείς να ακούσεις τους θρήνους τους και να δεις τον ουρανό να βάφεται κόκκινος από την οργή τους. Ο θρύλος λέει πως οι θεοί σκέφτηκαν ότι πρέπει να τους δοθεί μια στιγμή ευτυχίας και γι'αυτό έφτιαξαν τις εκλείψεις, κατά τη διάρκεια των οποίων οι εραστές συναντιούνται και κάνουν έρωτα. Εσύ και εγώ περιμένουμε τη δική μας έκλειψη. Τώρα που καταλάβαμε ότι δε θα ξανασυναντηθούμε ποτέ, ότι είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε χωριστά, ότι είμαστε σαν το βράδυ και τη μέρα.

καφέ

18 Φεβ 2012

Ήταν ένα κρύο και βρεγμένο πρωινό. Το πάτωμα ήταν γεμάτο λάσπες από περαστικές πατημασιές. Περίμενα όρθιος τον καφέ μου, να τον πάρω και βιαστικά να φύγω για δουλειά. Η κοπέλα που με εξυπηρετούσε ήταν γύρω στα 25, γλυκούλα και πιο μουντή από τη συννεφιά εκείνης της μέρας. Την παρακολουθούσα να μιλάει σε πελάτες κοφτά και αχαμογέλαστα. Προσπαθούσε να μειώσει όσο γινόταν τον χρόνο που κοιτούσε τους ανθρώπους στα μάτια, όσο αυτοί της παράγγελναν. Λες και ντρεπόταν, ή βαριόταν, ή ήθελε να πάρει ένα σφυρί και να σπάσει την καφετιέρα.

Ήθελα να της πω το πόσο νέα και όμορφη ήταν για να κάνει αυτό που κάνει. Το να μην χαμογελά δηλαδή. Ήθελα να μπω από μέσα, να την αγκαλιάσω, να ακούσει την καρδιά μου να χτυπά πάνω στη δική της, να της χαϊδέψω τα μαλλιά και να την φιλήσω στο κούτελο. Να την κάνω να πιστέψει ότι δεν θέλω να την εκμεταλλευτώ. Δεν θέλω ούτε να μού φτιάχνει τσάμπα καφέ, ούτε το κορμί της θέλω. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ μακριά από τα γούστα μου. Ήθελα να την κάνω να πιστέψει στον εαυτό της και να κάνει κάτι που της αρέσει στη ζωή της. Ήθελα να της πω ότι θα ήθελα να ξαπλώσει στον καναπέ μου και να μού πει όλα αυτά που την έχουν στεναχωρήσει. Ο Χατζιδάκις να παίζει στο φόντο. Να της πω και τα δικά μου προβλήματα και τους φόβους μου, και να αισθανθεί καλύτερα μέσα από τη δική μου δυστυχία. Θα ήθελα να της πω ότι θα χαίρομαι σε κάθε τηλεφώνημα που θα μού κάνει και θα μού λέει για την καθημερινότητά της. Θα με έχει βάλει στη ζωή της. Δεν θα νιώθει μόνη. Ήθελα να της πω ότι θα ήμουν πάντα κοντά της, και θα έκανα να πάντα για αυτήν, αρκεί να δω αυτά τα χείλια να σκάνε επιτέλους.

Μου 'πε ένα ξερό "ορίστε", δεν είπα τίποτα και έφυγα.

Αβεβαιότητα…

17 Φεβ 2012


Να κοιμάσαι και να ξυπνάς μες την αβεβαιότητα και γενικώς να υπάρχει στη ζωή σου αυτή η έννοια, νομίζω είναι ότι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί…

Το να υπάρχει όμως και μες τη σχέση σου αβεβαιότητα, είναι κάτι το οποίο μπορεί να σε στείλει στο ψυχιατρείο…

Λογικό;

16 Φεβ 2012

Όλες οι σχέσεις τελειώνουν. Λογικό.
Και πρέπει το παρελθοντικό συναίσθημα να μπαίνει στο συρτάρι. Λογικό.
Γιατί άλλωστε πώς αλλιώς να ζήσεις όταν το μέλλον ποτέ δε ρωτάει αν θές να του κάνεις παρέα.
Οφείλουμε όλοι ένα έντιμο μέλλον όπως ζητήσαμε και ένα έντιμο παρελθόν.
Σε εμάς και στους ανθρώπους που με μια μαγική κλωστή ο χρόνος θα μας δέσει μαζί τους.
Έτσι γίνεται και έτσι πρέπει να γίνεται.
Δεμένα με αόρατη κλωστή τα βήματα μας.
Σα μαριονέτες σεξπηρικού δράματος.
 
Αλλά δε μπορεί να είσαι δεμένος με πολλούς.
Δεν αντέχεται η μοιρασιά.
Πρέπει να μπει ένα τέλος στο παρελθόν.
Ακόμα και αν το συγκεκριμένο παρελθόν περικλείει τόση αγάπη και κυρίως τα πρώτα νεανικά χρόνια.
Που έχουν τ'άρωμα σου, τη γλύκα, τη νοστιμάδα σου.
Πρέπει να φύγουν μαζί με σένα, όλα όσα σε θυμίζουν.
Άντε και ας πετάξω τα γράμματα, ας μήν ξαναδιαβάσω τα mail, ας κάψω τα δώρα. Θα χάνω την ώρα μου. Πιο πολύ απ'ολα σε θυμίζει ο άνθρωπος που γράφει τώρα στον υπολογιστή. Ο άνθρωπος που έχει τα μάτια μου και φοράει τα ρούχα μου.
Αφού μεγαλώσαμε μαζί. Λογικό.

Η ιατρική δεν έχει βρεί ακόμα πως σβήνεται το μυαλό. Ούτε ο πόθος.
Πρέπει να σβήσω το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μου. Λογικό;

15.2

15 Φεβ 2012


Το να κοροϊδεύουμε τον Άγιο Βαλεντίνο με τα αρκουδάκια του και τα λουλουδάκια του, είναι τόσο γραφικό που όποιος τον γιορτάζει τελικά είναι κουλ. Ναι, ρε παιδάκι μου, δεν περιμένεις μία μέρα του χρόνου για να δείξεις στον άλλον τον έρωτά σου. Ούτε κάποιο κοκκινούλι δωράκι, όπως προστάζει η περίσταση, θα έχει ποτέ κάποιο ουσιαστικό νόημα. Αλλά όπως και να το κάνεις, ερεθίζεται το μάτι όταν ξυπνά και βλέπει ένα κόκκινο μπαλόνι στον απέναντι τοίχο. Διαφωνείς;

Πρίγκιπας απ’τη χώρα του βούρκου…

14 Φεβ 2012


Πολλές φορές τάχθηκα απέναντί σου γιατί ανήκω στην αντίπερα όχθη…
Πολλές φορές σε χλεύασα, σε ειρωνεύτηκα, σε απαξίωσα, σε μείωσα…
Μα σήμερα σε αγάπησα…Και σε αγάπησα πολύ…

Στις μέρες μας που η χώρα περνάει αναμφισβήτητα δύσκολες ώρες, που χλευάζεται απ’τους ξένους και προδίδεται απ’τα δικά της παιδιά, πέτυχες μια ηρωική νίκη. Σε αντίξοες συνθήκες τα έβγαλες πέρα, αν και πληγώθηκες στο τέλος έδειξες τη ψυχή της μασκότ σου και τα κατάφερες.

Χάρισες τεράστια χαρά στο μισό πληθυσμό της χώρας που σε λατρεύει και ένα χαμόγελο στον άλλο μισό… Έκανες τους ξένους να προβληματιστούν και να δουν έστω και κάτι να λάμπει από αυτή τη χώρα, του βούρκου.

Δεν ξέρω αν το άθλημα που λατρεύω, το ποδόσφαιρο, έχει κάποια σχέση με τη ζωή ή αν μπορεί να προσομοιωθεί με αυτήν. Δε ξέρω αν μπορεί κάποιος να πάρει σαν παράδειγμα προς μίμηση μια νίκη ποδοσφαίρου και να του δώσει κίνητρο και ελπίδα για τις δύσκολες ώρες που περνάει…

Αλλά αν το κατάφερες έστω και σε έναν σε αυτή χώρα, σ’ευχαριστώ πολύ...

(Αφιερωμένο σ’έναν αγαπημένο φίλο που υποσχέθηκα πως θα γράψω για την αγαπημένη του ομάδα και τη μεγάλη σημερινή νίκη της.)

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα ΙΙ

13 Φεβ 2012

Bacardi speaking. Αφού εγώ δεν έχω πια φωνή. Έχουν χαθεί τα πάντα. Και φωνές και βρισιές και παλικαριές.
Άκουσα σήμερα κάποια να λέει ότι έκλαψε πρώτη φορά για τον άνθρωπο της 15 χρόνια μετά που έφυγε. Και τότε τον ξεπέρασε.
Δε θέλω να περιμένω και εγώ 14 χρόνια. Κλαίω παρακαλώντας το Θεό να με λυπηθεί. Δεν αξίζω αυτό το τέλος.
Αντί για 15 χρόνια προτιμώ μια σφαίρα. Θέμα αριθμητικής και αντοχής.

Θέλω σε όλους να λέω για μας. Να σε κρατήσω ζωντανή.
Βαρέθηκα να μιλάω σε μένα για σένα.
Θέλω να ευχηθώ σε όλους όχι να έχουν τη σχέση μας. Αλλά να μην αγαπήσουν όπως εγώ.
Για να μην καταλήξουν, αιώνιοι losers, να τα λένε σε αγνώστους σε ένα blog που δε διαβάζεται ποτέ.

Είμαι σίγουρος ότι εσύ λες το αντίθετο στους γνωστούς σου.
"Εύχομαι να αγαπήσετε όπως εγώ".
Γιατί πιστεύεις ότι αγάπησες πολύ. Και το σέβομαι. Ίσως εσύ έχεις το δίκιο. Εγώ να είμαι απλά ένας μεθυσμένος.

                                             (από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)

Ο χριστιανισμός σε 57 λέξεις.

12 Φεβ 2012

"Μια ηλικιωμένη γυναίκα, στην περιοχή των Μεσαμπελιών του Ηρακλείου, πήγε στο κτίριο του 7ου Γυμνασίου και προσφέρθηκε να πληρώσει το κολατσιό όλων των παιδιών. Οι μαθητές μπορούσαν να αγοράσουν ό,τι ήθελαν από το κυλικείο. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η γυναίκα προχώρησε σε αυτή την κίνηση αντί μνημοσύνου για το παιδί της που έχει φύγει από τη ζωή".

To άλλο μας μισό…

11 Φεβ 2012

Πριν από αρκετό καιρό έτυχε να δω αυτό το βίντεο στο Youtube και την ιστορία που το συνοδεύει. Πολλές φορές ήθελα να το ανεβάσω αλλά πάντα το ξεχνούσα. Πραγματικά αξίζει, για να καταλάβει ο καθένας μας ότι πρώτα πρέπει να τα βρει με τον ίδιο, να πιστέψει και να αγαπήσει τον εαυτό του και μετά να περιμένει να αγαπηθεί…

Η ιστορία μιλά για τη μοναξιά και την ανάγκη να ανήκεις. Την ανάγκη να βρεις αυτό που σε συμπληρώνει, ώστε να "κυλήσεις" στη ζωή μαζί του. Μιλά για την εναγώνια αναζήτηση αυτού του άλλου, που θα έρθει ως «από μηχανής θεός», να κλείσει το μέσα μας κενό, να δώσει νόημα στη ζωή μας. Αυτό το άλλο, που πιστεύουμε, ότι θα μας αναγνωρίσει και θα το αναγνωρίσουμε "μαγικά".

Στη διάρκεια αυτής της αναζήτησης θα κάνουμε πολλά: θα μασκαρευτούμε, θα τρομάξουμε, θα μπερδευτούμε, θα γελοιοποιηθούμε, θα ελπίσουμε... Και τελικά, κάποτε, θα βρούμε το ιδανικό μας άλλο, αυτό που μας χωρά και το χωράμε. Και ευτυχώς θα αρχίσουμε επιτέλους να «κυλάμε»...να ζούμε...Τι κρίμα μόνο, που κανείς δεν μας είπε και εμείς ποτέ δεν σκεφτήκαμε, ότι κυλώντας...αλλάζεις! Και έτσι αυτό που ξεκίνησε σαν απόλυτο ταίριασμα, στην πορεία αρχίζει να μας στενεύει και να το στενεύουμε...Και μετά τι....Μετά πάλι από την αρχή: προσμονή και μοναξιά... Μέχρι τη στιγμή που θα εμφανιστεί κάτι, κάποιος, που τίποτα δεν ζητά και τίποτα δεν του λείπει, (ένα Μεγάλο, ολοστρόγγυλο, πλήρες Ο), για να μας κάνει την απλή ερώτηση:

"Γιατί δεν κυλάς μόνο σου;"
"Μόνο μου; ένα Κομμάτι-που-λείπει (τριγωνικής μορφής) δεν μπορεί να κυλήσει μόνο του".
"Αλήθεια, προσπάθησες ποτέ;" ρώτησε το Μεγάλο Ο.
"Οι γωνίες μου είναι πολύ μυτερές" είπε το Κομμάτι-που-λείπει. "Δεν είμαι φτιαγμένο για να κυλάω μόνο μου!"
"Οι γωνίες και τα σχήματα αλλάζουν" είπε το Μεγάλο Ο...
"Αλλάζουν";

Σιωπή...Περισυλλογή...Απόπειρα....Προσπάθεια....Κίνηση....Και επιτέλους αρχίζει το ταξίδι...η μεταμόρφωση...η ζωή...

Το Κομμάτι που λείπει συναντά το Mεγάλο Ο", μιλά απλά και αληθινά για αυτό που όλοι ξέρουμε, αλλά ελάχιστοι κατανοούμε και ακόμα ελαχιστότεροι κάνουμε πράξη στη ζωή μας: η ολοκλήρωση και ευτυχία μας, είναι πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση. Κανείς δεν μπορεί να μας την επιβάλει ή ακόμα και να μας τη χαρίσει «έξωθεν». Και ίσως δεν γίνεται αλλιώς: για να συν-υπάρξουμε κάποτε με κάποιον ή κάτι, πρέπει πρώτα να υπάρξουμε σαν αυτοκαθοριζόμενες οντότητες. Η συν-ύπαρξη χρειάζεται δυο...όχι δυο μισά, αλλά δυο ολόκληρα. Δυο Μεγάλα ολοστρόγγυλα Ο, που τίποτα δεν χρειάζονται και τίποτα δεν τους λείπει...Δύο ολόκληρα που συμπορεύονται από καθαρή αγάπη. Όχι από ανάγκη ούτε από συμφέρον. Δυο ολόκληρα που τα ενώνει η επιλογή. Όχι η ελπίδα, ούτε ο φόβος.... Αν έτσι αντικρίσουμε τη ζωή μας, ίσως πάψουμε να μεμψιμοιρούμε, να τα βάζουμε με τους άλλους, να είμαστε απαθής ή μοιρολάτρες. Αν δεν περιμένουμε την ευτυχία να μας χτυπήσει την πόρτα, αλλά τραβήξουμε εμείς κατά κει, αν μη τι άλλο, σίγουρα στο τέλος, όποιο κι αν είναι, θα έχουμε κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον ταξίδι!

Όνειρα του Βάλτου

10 Φεβ 2012

Ένας ενήλικας δείχνει πολλή μεγαλύτερη ανοχή σ'αυτό που δεν του αρέσει από ένα παιδάκι. Μερικές φορές το αγκαλιάζει κιόλας ενώ το παιδί θα σηκωθεί να φύγει χωρίς συζήτηση. Ένα χαζό ελαφρυντικό του μεγάλου είναι ότι πρέπει να δουλέψει. Το παιδί πρέπει απλά να μεγαλώσει.
Στην επιλογή του τι θα κάνεις, μακάρι η ζωή να σ'οδηγήσει μόνη της αφού πιστεύω βαθιά πως όταν επιλέξεις κάτι χωρίς προσπάθεια και δεύτερες σκέψεις δε μπορεί παρά να είναι το σωστό.
Όμως βλέπω γύρω μου πάρα πολλούς που κάνουν κάτι που δεν αγαπάνε. Παίρνουν λάθος στροφή σε αδιέξοδο, τρέχοντας στην οδό Δουλειάς.
Συμπεριλαμβανομένου και εμένα.
Οι λόγοι που σαν Δαμόκλειο σπάθη σ'αναγκάζουν να υπομένεις πολλοί. Λεφτά, βόλεψη, γκόμενα, κοινωνικό status, αποφυγή συγκρούσεων και πολλοί άλλοι.
Πάντα θαύμαζα τους ανθρώπους που κάνουνε πάντα αυτό που αγαπάνε χωρίς να κοιτάνε το κόστος.
Όμως πιό πολύ θαυμάζω αυτούς που ενώ είναι στο βούρκο, βρίσκουν τη δύναμη να σηκωθούν και καταλήγουν να βγάζουν φτερά. Σε 5 χρόνια έτσι θα ήθελα να βλέπω και τον εαυτό μου.
Ιπτάμενο πρίγκηπα, πρώην βάτραχο του βάλτου.

9 Φεβ 2012

Κάποιος θα έλεγε ότι υπάρχουν 2 κατηγορίες ανθρώπων. Αυτοί που όταν θέλουν να σε κράξουν, θα το κάνουν μπροστά σου, και αυτοί που θα το κάνουν πίσω από την πλάτη σου. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία. Αυτοί που θα σε κράξουν στα ίσια μόνο όταν υπάρχει κάποιος άλλος δικός τους μπροστά. Ώστε να λάβουν από αυτόν συμπαράσταση και ίσως να φανούν πιο δυνατοί.

Αυτή η κατηγορία είναι η πιο χαζή από τις υπόλοιπες, και είναι η πρώτη που θα φύγει.

8 Φεβ 2012

Τι και πως λείπεις...
Τι και πως δεν είσαι εδώ...

Αφού κοιμάμαι και ξυπνάω με τη σκέψη σου...

προσευχή του εγωιστή

7 Φεβ 2012

Έλα μαζί μου, ήθελα να της πω. Θα μετατρέψω κι εγώ το διαμέρισμα μας σε ένα μέρος μακριά από τον κόσμο, δε θα αφήνουμε κανένα να επεμβαίνει στη ζωή μας αν δεν το θέλεις εσύ, θα ξηλώσω το παρκέ για να φτιάξεις το δικό σου κήπο, θα μάθω να πετάω αεροπλάνα έστω κι αν είναι χάρτινα. Θα κάνουμε το σπίτι μας σκοτεινό θάλαμο, δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο που να του πηγαίνει τόσο πολύ το κόκκινο φως. Θα σου φτιάξω παραλίες με άμμο πάνω στα κεραμίδια.
Θα ανακαλύπτουμε τη ζωή κάθε πρωί.
Δεν τη φοβάμαι πια την ευτυχία, θα μάθω να την καλωσορίζω χωρίς να νιώθω χάλια επειδή δεν είμαι χάλια, δε θα μου φαίνονται πια ύποπτα τα όνειρα αν δεν είναι εφιάλτες. Ανέβα στο τρένο και γύρνα πίσω εκεί που ανήκεις. Και εμείς οι μεγάλοι εγωιστές μπορούμε να ζήσουμε ένα μεγάλο έρωτα.

Recycle Bin

6 Φεβ 2012

Αν είσαι φωτογράφος, τότε ένα από τα πρώτα πράγματα που θα έχεις διδαχθεί είναι ότι πρέπει να μάθεις να σβήνεις φωτογραφίες. Γιατί το να σβήνεις φωτογραφίες είναι εξίσου σημαντικό με το να βγάζεις φωτογραφίες. Να αποκτήσεις δηλαδή την κρίση και την εμπειρία να αξιολογείς ποιες σού αρέσουν πραγματικά, και τις υπόλοιπες να τις πετάς. Να μην τις έχεις να σού πιάνουν χώρο. Ούτε καν backup σε κάποιο dvd. Όχι, delete, για πάντα.

Αν είσαι μοντέρ, τότε σίγουρα θα έχεις διδαχθεί ότι από τα πιο σημαντικά πράγματα είναι να μπορείς να πετάς πλάνα. Είναι εξίσου σημαντικό με το να δένεις πλάνα. Μπορεί να σού αρέσουν οπτικά, να σού αρέσουν τα χρώματά τους, αλλά αν δεν ταιριάζει στο όλο έργο, τότε πρέπει να τα πετάξεις. Μην τα αφήσεις μέσα στο bin να κάθονται μαζί με τα άλλα. Όχι, να τα πετάξεις, για πάντα.

Αν δεν ακολουθήσεις αυτές τις συμβουλές, τότε σίγουρα θα έχεις πρόβλημα με τον αποθηκευτικό σου χώρο αργά ή γρήγορα. Και λεφτά να σπαταλάς για να αγοράζεις εξωτερικούς δίσκους, πάλι είναι θέμα χρόνου να γεμίσουν οι θύρες του υπολογιστή, ή τα ράφια πού θα τους στοιβάζεις. Επίσης θα χάνεις πάρα πολύ χρόνο σε κάθε σου αναζήτηση για να βρεις αυτά που πραγματικά αξίζουν. Αλλά κυρίως, κάθε τόσο που δεν θα έχεις έμπνευση, θα τριγυρνάς στο παλιό υλικό και θα προσπαθείς να του δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία, αντί να βγεις να τραβήξεις φρέσκο.

Από τις εμπειρικές μου συναναστροφές με άτομα που πιάνουν μηχανές στα χέρια τους, μπορώ να πω ότι αυτοί που δεν σβήνουν καμία φωτογραφία, είναι τα άτομα που παγιδεύονται στις αναμνήσεις τους και δυσκολεύονται να προχωρήσουν παρακάτω. Είναι τα άτομα που κρατάνε όλα τα μηνύματα από τους πρώην. Όλα τα δώρα, όλα τα γράμματα. Όχι τα αξιομνημόνευτα, αλλά όλα. Είναι τα άτομα που φοβούνται ότι το παρελθόν τους αξίζει περισσότερο από το μέλλον τους. Τα κρατούν σαν λάφυρα, και τα κοιτούν για να θυμούνται ότι υπήρξαν σημαντικοί.

Όταν πετάς 95 φωτογραφίες και κρατάς 5, δεν σου μένουν μόνο 5 φωτογραφίες. Σού μένει η εμπειρία, η βελτίωση της κρίσης και της αισθητικής σου. Αυτές τις 5 φωτογραφίες θα τις πετάξεις ξανά αύριο, όταν θα μπορείς να δεις ακόμα πιο καθαρά. Αυτό που μένει στο τέλος, είναι μέσα σου και δεν μετριέται με megabytes.

Όταν πετάξεις τα γράμματά της και τα μηνύματά της, δεν πετάς τις αναμνήσεις. Έχει περαστεί μέσα σου η εμπειρία του να είσαι με έναν άνθρωπο. Και δεν έχεις ανάγκη τίποτα χειροπιαστό για να σού το υπενθυμίσει.

Να κρατάς όσο περισσότερο ελεύθερο χώρο μπορείς για αύριο.
Τρέχει καλύτερα το μηχάνημα.

Τώρα...

5 Φεβ 2012

Τώρα νιώθεις πως έκανες λάθος.
Τώρα προσπαθείς να το αλλάξεις...
Σου είχα πει πως μπορεί να είναι αργά. Αργά και για τους δυο μας.
Σου είχα πει πως μπορεί να μην είμαι πια εδώ...

Τώρα ίσως, όλα έχουν αλλάξει...

4 Φεβ 2012

Πάρτο επιτέλους απόφαση ότι δε θα πάρεις ποτέ εξηγήσεις για όσα σου έκανε, όπως δε θα παίξεις και ποτέ για τη Ρεάλ Μαδρίτης.
Όσο στον κόσμο κι αν το θες.

υπευθυνότητα

3 Φεβ 2012

Έχω ένα θέμα που με βασανίζει. Πες ότι σε μία ερωτική σχέση, είσαι από την αρχή το τυπάκι το ενθουσιώδες, αυτό που δίνει πολλή ενέργεια, αυτό που δείχνει στον άλλον συνέχεια και ξεκάθαρα το πόσο τον γουστάρει, αυτό που θα κάνει τα πάντα για τον άλλον, αυτό που δίνει περισσότερα από όσα παίρνει πίσω. Είσαι αυτό το τυπάκι, οκ;

Αν σιγά σιγά ψιλοσυνηθίζεις και παύεις να έχεις τον αρχικό ενθουσιασμό, είσαι υπεύθυνος για τον άλλον, που είχε καλομάθει όλον αυτόν τον καιρό; Ευθύνεσαι που έχει συνηθίσει να περιμένει από σένα να είσαι πολύ ενθουσιασμένος, και πολύ καλός και να κάνεις περισσότερα από αυτόν;

Γενικά, αν έκανες κάποιον άνθρωπο να σε ερωτευτεί, και το πέτυχες αυτό ύστερα από δική σου προσπάθεια, και αν μετά ξενερώσεις και θες να φύγεις από αυτόν, είσαι υπεύθυνος για την κατάσταση στην οποία τον έχεις οδηγήσει;

Κάπου είχα διαβάσει για μια κοπέλα που χώριζε το αγόρι της και του έγραφε: "Μέχρι να είσαι και εσύ έτοιμος να πατήσεις ξανά στη γη, εγώ θα είμαι δίπλα σου, για να σιγουρευτώ ότι θα κατέβεις με ασφάλεια". Πόσο τρυφερό και δύσκολο.

Και δεν είναι μόνο ο έρωτας. Πόσες φορές σου έχει τύχει να είσαι κολλητός για καιρό με κάποιον φίλο σου, να περνάτε άπειρες ώρες μαζί μοιραζόμενοι τα πάντα, και κάποια στιγμή επειδή μεγαλώσατε και πιστεύεις ότι δεν ταιριάζετε πια, να θέλεις να αραιώσετε λιγάκι. Κάτι που στον άλλον να κακοφανεί, που ξαφνικά δεν θέλεις να ακούς συνεχώς τα θέματά του, τα οποία βρίσκεις βαρετά πλέον. Είσαι υπεύθυνος για αυτόν; Είσαι υπεύθυνος που αυτός τώρα στεναχωριέται, νευριάζει, ξενερώνει μαζί σου; Και ακόμα και να τού εξηγήσεις γλυκά - γλυκά ότι πλέον δεν ταιριάζετε και είναι φυσιολογικό να συμβεί αυτό, και αυτός το κατανοήσει και τα βρείτε, είσαι παρ' όλα αυτά υπεύθυνος που θα του λείπει η παλιά σας φιλία, που αυτός θα ψάχνει να βρει άλλο φίλο καλό σαν κι εσένα να ανοιχτεί, και ίσως στις μελλοντικές του φιλίες να μην είναι τόσο εμπιστευτικός; Είσαι υπεύθυνος που έχει ανέβει ο πήχης στην έννοια φιλία για αυτόν, και τους επόμενους θα τους συγκρίνει μαζί σου;

Δεν είμαι σίγουρος για τις απαντήσεις. Είναι μάλλον λεπτά τα όρια. Και αν σε έβαλα σε σκέψεις απόψε, ίσως και να είμαι υπεύθυνος και για σένα τώρα.



Καλό παιδί…

2 Φεβ 2012

Από πολύ μικρός θυμάμαι άκουγα τη φράση “Ο Πάνος το καλό παιδί”…
Αυτός ο προσδιορισμός του καλού παιδιού, πάντα με φόρτωνε τρομερό άγχος, μου έφερνε πονοκέφαλο και μου προκαλούσε εμετό. Και όλα αυτά για να μην τους απογοητεύσω όλους…
Ένας φίλος μου έλεγε “εγώ δε θα είχα πρόβλημα να με λένε καλό παιδί”. Κάνεις τεράστιο λάθος φίλε μου και θα σου εξηγήσω γιατί…
Αρκετό καιρό αργότερα όταν πλέον άρχισα να μεγαλώνω, να καταλαβαίνω και να ψυχολογώ τους ανθρώπους καλύτερα διαπίστωσα το λόγο για τον οποίο αποκαλούμε κάποιους ή έχουμε στο μυαλό μας ότι είναι “καλοί”. Επειδή αυτοί οι κάποιοι πάνε πάντα με τα νερά μας. Δε μας χαλάνε ποτέ χατίρι. Κάνουν πάντα πίσω για να βγούμε εμείς μπροστά και χαμογελάνε πάντα σε ότι μαλακία κι αν πούμε.
Έτσι είμαστε όλοι λίγο πολύ. Έτσι είσαι και εσύ και εγώ και οι υπόλοιποι…
Νομίζω δεν υπάρχει πιο αχάριστο και πιο εγωιστικό πλάσμα από τον άνθρωπο. Τρέφουμε μια φοβερή αγάπη για τον εαυτούλη μας όλοι, δυστυχώς. Και μόλις κάποιος μας πάει λίγο κόντρα, μας φέρει λίγο αντίρρηση, έχει διαφορετικές απόψεις και πιστεύω τότε παύει να υπάρχει το καλό παιδί και μας γίνεται αντιπαθητικός. “O καημενούλης, αφού ήταν καλό παιδί, πώς κατάντησε έτσι;” (η πιο εμετική φράση στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας…)
Κρίμα που δε μπορώ να χαλάω χατίρια. Κρίμα που πολλές φορές δε μπορώ να είμαι ο εαυτός μου, για να μη χαλάσω τη φτιαγμένη στο μυαλό τους  καλή μου εικόνα, που μόνο εμετό μου προκαλεί…
Τουλάχιστον μπορώ να κάνω αυτό που λες και συ…
“Πάω να βάλω δάχτυλο να κάνω εμετό με τον εαυτό μου…”

Εγώ μιλάω για δύναμη

1 Φεβ 2012

Να μπορούσα να μιλούσα για δύναμη τις ώρες που οι άνθρωποι μου το χρειαζόντουσαν.
Να μπορούσα να μιλούσα για υπομονή και κουράγιο.
Μάλλον δεν το 'χω.

Εγώ μιλάω για δύναμη by Anavlitikoti Blogspot
Σ'αυτόν τον κόσμο δεν είσαι μόνη.
Υπάρχουν άνθρωποι που θα τραγουδήσουν για σένα και θα κάνουν και πολύ χειρότερα.
Αναρωτήσου πόσοι έχουν τέτοιους ανθρώπους.
Μπορεί το χρώμα σου προσωρινά να είναι το μωβ. Όμως και οι καθρέφτες λένε ψέμματα.
Απέχει πολύ από την αλήθεια που βλέπουμε εμείς.
Για σένα που εκεί στο νότο αυτή τη στιγμή περνάς δύσκολα.

Σου τραγουδάω για δύναμη.