καφέ

18 Φεβ 2012

Ήταν ένα κρύο και βρεγμένο πρωινό. Το πάτωμα ήταν γεμάτο λάσπες από περαστικές πατημασιές. Περίμενα όρθιος τον καφέ μου, να τον πάρω και βιαστικά να φύγω για δουλειά. Η κοπέλα που με εξυπηρετούσε ήταν γύρω στα 25, γλυκούλα και πιο μουντή από τη συννεφιά εκείνης της μέρας. Την παρακολουθούσα να μιλάει σε πελάτες κοφτά και αχαμογέλαστα. Προσπαθούσε να μειώσει όσο γινόταν τον χρόνο που κοιτούσε τους ανθρώπους στα μάτια, όσο αυτοί της παράγγελναν. Λες και ντρεπόταν, ή βαριόταν, ή ήθελε να πάρει ένα σφυρί και να σπάσει την καφετιέρα.

Ήθελα να της πω το πόσο νέα και όμορφη ήταν για να κάνει αυτό που κάνει. Το να μην χαμογελά δηλαδή. Ήθελα να μπω από μέσα, να την αγκαλιάσω, να ακούσει την καρδιά μου να χτυπά πάνω στη δική της, να της χαϊδέψω τα μαλλιά και να την φιλήσω στο κούτελο. Να την κάνω να πιστέψει ότι δεν θέλω να την εκμεταλλευτώ. Δεν θέλω ούτε να μού φτιάχνει τσάμπα καφέ, ούτε το κορμί της θέλω. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ μακριά από τα γούστα μου. Ήθελα να την κάνω να πιστέψει στον εαυτό της και να κάνει κάτι που της αρέσει στη ζωή της. Ήθελα να της πω ότι θα ήθελα να ξαπλώσει στον καναπέ μου και να μού πει όλα αυτά που την έχουν στεναχωρήσει. Ο Χατζιδάκις να παίζει στο φόντο. Να της πω και τα δικά μου προβλήματα και τους φόβους μου, και να αισθανθεί καλύτερα μέσα από τη δική μου δυστυχία. Θα ήθελα να της πω ότι θα χαίρομαι σε κάθε τηλεφώνημα που θα μού κάνει και θα μού λέει για την καθημερινότητά της. Θα με έχει βάλει στη ζωή της. Δεν θα νιώθει μόνη. Ήθελα να της πω ότι θα ήμουν πάντα κοντά της, και θα έκανα να πάντα για αυτήν, αρκεί να δω αυτά τα χείλια να σκάνε επιτέλους.

Μου 'πε ένα ξερό "ορίστε", δεν είπα τίποτα και έφυγα.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου