Κάπου είχα ακούσει ότι ο Αλκίνοος Ιωαννίδης είχε γίνει μπαμπάς. Εντάξει.
Ακούω που λέει:
Ξυπνάς και γίνεται η ζωή απ’ την αρχή.Ξυπνάς και γίνομαι παιδί.Στο μικρό σου χέρι μια πεταλούδα οι αιώνες.
Και το μυαλό μου πάει στην κοπέλα μου. Είναι έτσι ακριβώς κάθε φορά που ξυπνάει στο κρεβάτι μου. Για ένα φοβερό λόγο, είναι το πιο παιδί στα μάτια μου. Μικρό παιδάκι. Το πιο γλυκό από όλα. Αφού μια φορά που ξύπνησε πριν από ‘μένα και πήγε να δει τηλεόραση στο σαλόνι, εγώ καταμεσίς του ασυνειδήτου των ονείρων, πίστευα ότι πήγε να δει παιδικά.
Δεν είναι κάτι ανώμαλο. Αλήθεια. Την βλέπω και σαν την πιο καταπληκτική ώριμη γυναίκα. Αλλά ώρες ώρες, η απερίγραπτη αθωότητά της μετουσιώνεται σε μια απαράμιλλη παιδικάτη πάλαι ποτέ ξεγνοιασιά.
Ύστερα ένωσα τα κομμάτια του παζλ, και συνειδητοποίησα ότι ο τραγουδοποιός εννούσε το προσφάτως γεννημένο παιδί του. Το συναίσθημα όμως του πρωινού ξυπνήματος του λατρεμένου προσώπου, παραμένει το ίδιο γνώριμο.
Μπορεί να ευθύνεται το μικροκαμωμένο σουλούπι της πολυαγαπημένης μου. Αλλά όταν ξυπνάει, είναι παιδί. Και γίνομαι κι εγώ το ίδιο. Πολύ εύκολα.
Ύστερα, αυτός συνεχίζει:
Οι κύβοι πέφτουν και γελάς που σε κοιτώ.Χρώματα γύρω σου παντού.Φεγγοβολάς κι ανθίζειςΆξιζε να ζήσω να σε δω.
Η εικόνα πια πλάθεται πολύ εύκολα. Ο συνειρμός είναι έτοιμος. Οι κύβοι είναι η κάθε φορά που πιάνει σφουγγαρίστρα, ή προσπαθεί να κουτσουρέψει τα Ιμαλάια των άπλυτων πιάτων. Πάντα κάτι γλυστράει και κάνει θόρυβο. Τότε με κοιτάζει και γελάει ρε. Περιμένοντας κάποιο ειρωνικό σχόλιο, ή ένα τόσο αναμενόμενο πείραγμα από μέρους μου. Και πάντα το κάνω. Άραγε αποκωδικοποιεί το “σ’ ευχαριστώ” μέσα σ’ αυτό το βλαμμένο σχόλιό μου;
Χρώματα παντού. Και πάνω της, και στα πλαστικά τάπερ στα χέρια της. Τι κάδρο.
Φεγγοβολάς. Λέξη passé; Στ’ αρχίδια μου. Αφού φεγγοβολάς.
Όταν φεύγεις ανάβω το φως. (ηλίθιο, μα το ‘θελα).
Και αυτό το ίδιο, ή παρόμοιο ξέρω ‘γω, συναίσθημα, ένας άντρας σαράντα ετών το νιώθει για το παιδί του. Πόσο συγκινητικό είναι; Ένας “κοτζάμ γάιδαρος” να γυμνώνεται μπροστά σε ένα τοσοδούλι;
Παρακολουθεί το πιτσιρίκι. Γελά. Τρελαίνεται. Και ύστερα, βράδυ πια, στον απολογισμό των συναισθημάτων, στο ξεσκαρτάρισμα των πεπραγμένων, γράφει στο χαρτί το απόσταγμα. Τύχη.
Μπορεί και να μην πήγε έτσι. Μα εγώ έτσι το συνέλαβα. Εγώ έτσι το ένιωσα. Εγώ έτσι δάκρυσα. Άρα έτσι είναι. Χωρίς την εικόνα. Μόνος μου την συνέθεσα. Και μόνος μου έκλαψα γι’ αυτήν. Μόνος σε ένοιωσα.
Το ‘χετε νιώσει κι εσείς. Μπερδεμένα αισθήματα. Από τη μία η ερωτική έλξη για ένα άτομο και συνάμα το γλυκό, το τρυφερό, το μελιστάλαχτο.
Μελιστάλαχτο. Λέξη τετριμμένη και αυτή; Δεν με νοιάζει ρε συ. Δεν με ενδιαφέρει αυτή την στιγμή. Αφού είναι έτσι.
Επίσης κατουρώ στα μούτρα όποιον κοροιδεύει τους άντρες που κλαίνε. Αν μόνο γελάς και ποτέ δεν κλαις, έχεις κακό χιούμορ.
Δεν είμαι φαν του Αλκίνοου. Ποτέ δεν ήμουν. Και τι σημασία να έχει; Το κομμάτι λέγεται “Παιδί”. Άκου το κι εσύ.
Ακούω που λέει:
Ξυπνάς και γίνεται η ζωή απ’ την αρχή.Ξυπνάς και γίνομαι παιδί.Στο μικρό σου χέρι μια πεταλούδα οι αιώνες.
Και το μυαλό μου πάει στην κοπέλα μου. Είναι έτσι ακριβώς κάθε φορά που ξυπνάει στο κρεβάτι μου. Για ένα φοβερό λόγο, είναι το πιο παιδί στα μάτια μου. Μικρό παιδάκι. Το πιο γλυκό από όλα. Αφού μια φορά που ξύπνησε πριν από ‘μένα και πήγε να δει τηλεόραση στο σαλόνι, εγώ καταμεσίς του ασυνειδήτου των ονείρων, πίστευα ότι πήγε να δει παιδικά.
Δεν είναι κάτι ανώμαλο. Αλήθεια. Την βλέπω και σαν την πιο καταπληκτική ώριμη γυναίκα. Αλλά ώρες ώρες, η απερίγραπτη αθωότητά της μετουσιώνεται σε μια απαράμιλλη παιδικάτη πάλαι ποτέ ξεγνοιασιά.
Ύστερα ένωσα τα κομμάτια του παζλ, και συνειδητοποίησα ότι ο τραγουδοποιός εννούσε το προσφάτως γεννημένο παιδί του. Το συναίσθημα όμως του πρωινού ξυπνήματος του λατρεμένου προσώπου, παραμένει το ίδιο γνώριμο.
Μπορεί να ευθύνεται το μικροκαμωμένο σουλούπι της πολυαγαπημένης μου. Αλλά όταν ξυπνάει, είναι παιδί. Και γίνομαι κι εγώ το ίδιο. Πολύ εύκολα.
Ύστερα, αυτός συνεχίζει:
Οι κύβοι πέφτουν και γελάς που σε κοιτώ.Χρώματα γύρω σου παντού.Φεγγοβολάς κι ανθίζειςΆξιζε να ζήσω να σε δω.
Η εικόνα πια πλάθεται πολύ εύκολα. Ο συνειρμός είναι έτοιμος. Οι κύβοι είναι η κάθε φορά που πιάνει σφουγγαρίστρα, ή προσπαθεί να κουτσουρέψει τα Ιμαλάια των άπλυτων πιάτων. Πάντα κάτι γλυστράει και κάνει θόρυβο. Τότε με κοιτάζει και γελάει ρε. Περιμένοντας κάποιο ειρωνικό σχόλιο, ή ένα τόσο αναμενόμενο πείραγμα από μέρους μου. Και πάντα το κάνω. Άραγε αποκωδικοποιεί το “σ’ ευχαριστώ” μέσα σ’ αυτό το βλαμμένο σχόλιό μου;
Χρώματα παντού. Και πάνω της, και στα πλαστικά τάπερ στα χέρια της. Τι κάδρο.
Φεγγοβολάς. Λέξη passé; Στ’ αρχίδια μου. Αφού φεγγοβολάς.
Όταν φεύγεις ανάβω το φως. (ηλίθιο, μα το ‘θελα).
Και αυτό το ίδιο, ή παρόμοιο ξέρω ‘γω, συναίσθημα, ένας άντρας σαράντα ετών το νιώθει για το παιδί του. Πόσο συγκινητικό είναι; Ένας “κοτζάμ γάιδαρος” να γυμνώνεται μπροστά σε ένα τοσοδούλι;
Παρακολουθεί το πιτσιρίκι. Γελά. Τρελαίνεται. Και ύστερα, βράδυ πια, στον απολογισμό των συναισθημάτων, στο ξεσκαρτάρισμα των πεπραγμένων, γράφει στο χαρτί το απόσταγμα. Τύχη.
Μπορεί και να μην πήγε έτσι. Μα εγώ έτσι το συνέλαβα. Εγώ έτσι το ένιωσα. Εγώ έτσι δάκρυσα. Άρα έτσι είναι. Χωρίς την εικόνα. Μόνος μου την συνέθεσα. Και μόνος μου έκλαψα γι’ αυτήν. Μόνος σε ένοιωσα.
Το ‘χετε νιώσει κι εσείς. Μπερδεμένα αισθήματα. Από τη μία η ερωτική έλξη για ένα άτομο και συνάμα το γλυκό, το τρυφερό, το μελιστάλαχτο.
Μελιστάλαχτο. Λέξη τετριμμένη και αυτή; Δεν με νοιάζει ρε συ. Δεν με ενδιαφέρει αυτή την στιγμή. Αφού είναι έτσι.
Επίσης κατουρώ στα μούτρα όποιον κοροιδεύει τους άντρες που κλαίνε. Αν μόνο γελάς και ποτέ δεν κλαις, έχεις κακό χιούμορ.
Δεν είμαι φαν του Αλκίνοου. Ποτέ δεν ήμουν. Και τι σημασία να έχει; Το κομμάτι λέγεται “Παιδί”. Άκου το κι εσύ.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου