0-0

23 Νοε 2011

Συνοικία της Αθήνας. 10 γράμματα.
Κοντά στο Βύρωνα, κοντά στο Παγκράτι.
Ζήσαμε τα καλύτερα μας χρόνια εκεί.
Απέναντι απ΄το Γρηγόρη.
Που κάθε πρωί σου έπαιρνα κρουασάν βουτύρου.
Στο κρύο να περιμένουμε το λεωφορείο μπροστά στο βίντεο-κλάμπ.
Και δίπλα στο 5x5, τα παιδιά να παίζουν ποδόσφαιρο.
Εγώ τώρα αλλού. Μακριά απο το στενό και τη ζωή σου.
Όμως ο δρόμος απέναντι απο το γήπεδο καταλήγει κάθε βράδυ στο σπίτι μου.
Είχα κρυφτεί σε μία πυλωτή και με κοιτούσαν με μισό μάτι οι ιδιοκτήτες των ορόφων.
Κρατούσα κάτι λουλούδια που είχα κλέψει από κήπους της συμπρωτεύουσας.
Πρώτη φορά είχα περπατήσει την απόσταση ως το σπίτι σου.
Εμφανίστηκες και μπήκες στο φούρνο για να πάρεις κουλούρια.
Παρακολουθούσα την πρωινή σου συνήθεια και έμπαινα στη ζωή σου.
Εμφανίστηκα σαν υπερήρωας χωρις μπέρτα και σου έδωσα τα λουλούδια σου.
Χαμογέλασες και ένιωσα ότι τίποτα δεν έκανα.
Μετά μπήκαμε στο λεωφορειο και εγω στο μάτι εκείνου που σου την έπεφτε και έκατσε από πίσω μας και δεν σου μιλούσε απο την ήττα.
Ήσουν δική μου, εγώ δικός σου και εκείνη η μέρα δικιά μας.
Κατέβηκα στο σπίτι μου, συνέχισες την διαδρομή σου, κοιμήθηκα σαν πρίγκιπας.
Στό σπίτι ζούσες με την αδερφή σου, τη Λογική.
Την αγαπούσες πολύ αλλά εγώ απο την πρώτη στιγμή δεν τη συμπάθησα.
Υπήρχε χάσμα γενεών μάλλον.
Ότι και να κάναμε τη ρωτούσες λες και περίμενες τη μόνιμη συγκατάθεση της.
Σου λεγα, ζήσε με τον τρόπο σου τη ζωή σου και η αδερφή σου τη δικιά της.
Αυτή δε σε ρώταγε ποτέ για τίποτα.
Ούτε αυτή με συμπαθούσε. Τα κατάφερε.
Αυτή αφού μας χώρισε, έμαθα ότι παντρεύτηκε.
Και ο καθένας πήρε το δρόμο του.
Εκείνη έζησε μια ζωή κρύσταλλο στην γυάλινη σφαίρα.
Εσύ έγινες αυτό που ήθελες. Μια γραμμή στο αγαπημένο σου βιβλίο.
Και εγώ ακόμα δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Δεν ταυτίστηκα ούτε με τον λύκο, αλλά ούτε και με τον ιππότη γαμώτο.

(Το καλύτερο post που γράφτηκε ποτέ γιατί γράφτηκε μαζί. Είμαστε και οι δύο στο απόλυτο μηδέν.
Λυόν εσύ, Άγιαξ εγώ)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου