Φτιάχνω τελευταία στιγμή τη βαλίτσα. Ξεχνώ κάτι πίσω και το ξέρω. Δεν πειράζει. Δεν δίνω άλλο χρόνο στο μάζεμα. Κρατώ το μυαλό μουδιασμένο. Αφήνω έναν τόπο που είμαι δεμένος για να ‘ρθω κοντά σου. Σε τόπο που δεν με ξέρει κανείς, που δεν έχω τίποτα εκεί, αλλά είσαι εσύ και αυτό αρκεί για να γίνει το Μανχάταν της ψυχής μου. Αποχαιρετώ τον πατέρα μου βιαστικά με δυο φιλιά σταυρωτά που βρίσκουν αέρα. Τα μούσια του με γδέρνουν. Μού υπενθυμιζουν πως πάλι δεν του είπα εκεινο το σ’ αγαπω που ήθελα από μικρός. Τον αφήνω πίσω μου βήματα. Έχω στο μυαλο μου εσένα. Ποιος είναι πιο πανω; Όλες οι αναμνήσεις και τα τοσα ευχαριστω που του χρωστάω ή εσύ και το γλυκό αβέβαιο μέλλον μας; Μπερδεύω το μυαλό μου με ευγένειες πάνω από το γκισέ. Τελευταίο τηλεφώνημα πριν απενεργοποιήσω το τηλέφωνό μου. “Καλό ταξίδι, σε λιγο θα εισαι στην αγκαλια μου”. Κοιτω τα σύννεφα το απόγευμα. Η καμπίνα βουίζει, η πορτοκαλάδα έχει την ίδια γεύση. Ο κρυος αέρας σφυρίζει από την τουρμπίνα και το έδαφος έχει υγρασία. Η τελευταία βαλίτσα είναι πάντα η δικιά μου. Με περιμένεις στην αίθουσα αφίξεων πλάι σε χαρούμενα κεφάλια. Κάνω πως δεν σε βλέπω κάθε φορά. Αμηχανία, πλάκα, ασφυκτική αγάπη. Είχα ξεχάσει την αγκαλια σου. Ξέρω πως κάνω το σωστό τώρα. Η διαδρομή στο λεωφορείο χωρίς τέλος και ο λευκός πύργος πανέμορφος. Πεθαίνω. Ανασαίνω δυνατά στην Τσιμισκή. Είμαι εδώ. Η Αριστοτέλους γλιστράει, τα ροδάκια της βαλίτσας χορεύουν εκστασιασμένα. Το φανάρι της Εγνατίας δεν θα ανάψει ποτέ; Ψάχνω τα κλειδιά ανάμεσα σε εισιτήρια και κέρματα. Το διαμέρισμα κρύο, σεντόνια παγωμένα. Κινούμαστε να ζεσταθούμε, ζω. Αναχωρήσεις. Μισή ώρα έχουμε. Μοιραζόμαστε έναν χλιαρό καφέ. Δεν αφήνουμε τη σιωπή να μας κερδίσει. Την βομβαρδίζουμε με λέξεις. Την ισοπεδώνουμε με γέλια. Πάρ’ τα. Είμαστε πιο δυνατοί από την θλίψη. Σε κρατώ σφιχτά αλλά οι δείκτες δεν σταματούν. “Σε 15 μέρες πάλι εδώ θα είσαι”. Κοιτάζω τα πρωινά σύννεφα. Στη διαδρομή, ξεφυλλίζω το φωτογραφικό άλμπουμ της οικογένειάς μου. Θα ξαναδώ την γυναίκα που με έφερε στον κόσμο. Είμαι καλά. Ο μπαμπάς μου είναι πιο γκριζομάλλης. Τόσο γλυκός. Μου λείπεις. Θα το σπάσω το τηλέφωνο. Κρεμιέμαι από τη φωνή σου, μετρώ ανάποδα τις μέρες. Με τους φίλους μου περνάω γεμάτα. Αυτοί ζουν κάπου αλλού. Θα πάω να τους βρω. Το κτελ είναι σκοτεινό. Ο θάλαμος μυρίζει γέρικα. Πηγαίνει πολύ αργά. Σαν την πλοκή της ταινίας που προβάλλει. Το ταξί είναι βουβό και νυστάζω. Ο οδηγός κρύβει μυστήρια. Κοιμάμαι στον καναπέ. Νιώθω καλά που θα βγάλω όσα έχω μέσα μου αύριο. Κάθε γουλιά και πιο σοφή. Φιλικές συμβουλές. Ξενοιάζω. Με καταλαβαίνουν. Πρέπει να φυγω. Τελευταίος ναργιλές, βαθιές τζουρες. Να προλάβω το καράβι. Βαρετό σαλόνι, μαγικό κατάστρωμα. Ξαστεριά, μοναξιά και κρύο. Φεγγάρι για ποίηση. Αόρατη αλμύρα. Το πρωί θα πάρω το τρένο. Όμορφος ήχος. Τα δέντρα τρέχουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τι πράγμα είναι η απόσταση; Ακούω μουσική. Συνειδητοποιώ. Σ’ αυτή τη ζωή θα είμαι φυγάς.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου