Εδώ γνωριστήκαμε. Καθόμουν στην ταράτσα ενός ουρανοξύστη. Ήρθες από πίσω αθόρυβα. Έκατσες δίπλα μου αλλά άφησες μια απόσταση ανάμεσα. Κοίταζες μακριά. Εγώ εσένα. Μου ‘πες πως τα σύννεφα μοιάζουν με σφουγγάρια, αλλά ευτυχώς που δεν είναι, γιατί θα έπεφταν στη θάλασσα και αυτό θα ήταν μια καταστροφή για όλους. Γύρισες το κεφάλι και επέτρεψες στο χαμόγελό σου μία στιγμή.
Εγώ χρειάστηκα πιο πολλές.
Σε ξαναπέτυχα. σε μία αίθουσα σχολείου, σε ώρα διαλείμματος. Ήμασταν οι επιμελητές. Έγραφες στον πίνακα λέξεις ασύνδετες. Κι εγώ από πίσω σου έτρεχα να τις σβήνω. Γιατί αυτές οι λέξεις με αποκάλυπταν. Αν τις έβλεπαν οι συμμαθητές μου, θα ένιωθα αδύναμος. Έπρεπε να τις σβήσω πριν επιστρέψουν. Πριν χτυπήσει το διαολεμένο κουδούνι.
Όταν τα κατάφερα και είχα καθαρίσει όλο τον πίνακα από τις αλήθειες, είχα φτάσει πια κοντά σου. Μού ‘πες ότι αν είχες τα αυτιά σου στην πλάτη, θα ένιωθες σταρ. Όταν ξύπνησα, δεν είχα καταλάβει ακόμα τι εννοούσες.
Στα μισά του δρόμου για το σχολείο, μέσα στο πρωινό κρύο, γέλασα.
Την τρίτη φορά, δεν χρειάστηκε να φύγω από το κρεβάτι μου και να σε ονειρευτώ. Ήρθες εσύ εδώ και με βρήκες. Μου γύρισες την πλάτη και σε πήρα στα χέρια μου. Το αριστερό κάτω από το λαιμό σου, το δεξί στην κοιλιά σου. Και δένονταν. Σε φιλούσα στα δεξιά του λαιμού. Είχες κοιμηθεί και αυτό με προκαλούσε. Φυσούσα ελάχιστα στο αυτί σου να ανατριχιάσεις. Κάθε που το πετύχαινα, κουνούσες το κεφάλι σου. Με ενα αντιδραστικό μμμμ, μού έσφιγγες το αριστερό χέρι. Μύριζα τα μαλλιά σου και σ’ τα χάιδευα με τη μύτη. Σε κοιτούσα από πολύ κοντά. Και σε έκλεινα σφιχτά μέσα μου καθως τα έκανα όλα αυτά. Σκεφτόμουν συνεχώς πόσο όμορφη είσαι. Πόσο γαλήνια όταν κοιμάσαι. Και πόσο στ’ αλήθεια τυχερός εγώ.
Τότε όμως σκοτείνιασαν όλα πάρα πολύ. Φοβήθηκα και έπρεπε να σε σφίξω δυνατά, μην πάθεις τίποτα και χαθείς. Μα δεν σε έβρισκα. Σηκώθηκα πάνω. Άναψα τη λάμπα. Είχες εξαφανιστεί.
Δεν έχω ξαναδεί πιο άδειο κρεβάτι ποτέ.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου