το γράμμα

14 Νοε 2011

Καθόταν στο κρεβάτι του και δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ήταν η πρώτη φορά που ορκίστηκε να μην ξαναγράψει κάποιο γράμμα που ποτέ δεν θα το έβλεπε εκείνη. Θυμόταν όμως πολύ καλά πότε ήταν η τελευταία.


Πριν από είκοσι λεπτά.


Κρατούσε ένα χαρτί που μόλις είχε τελειώσει με το γράψιμό του, αλλά δεν το έβαλε στο συρτάρι του κομοδίνου μαζί με τα υπόλοιπα. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, επειδή δεν χωρούσε και κάποιο άλλο. Ήταν γεμάτο με γράμματα προς εκείνη. Όμως αυτό το γράμμα που κρατούσε, ήταν σίγουρος ότι θα έφτανε στα χέρια της. Έκατσε να το διαβάσει για τελευταία φορά. Άνοιξε το ραδιόφωνο και έπαιζε αυτό το κομμάτι. 



https://player.soundcloud.com/player.swf?url=http%3A%2F%2Fapi.soundcloud.com%2Ftracks%2F5930887
 


Καθώς το άκουγε, ξεκίνησε το διάβασμα.


“Σού έλεγα συχνά ψέματα. Ήθελα να φτιάξω ένα μυστήριο να μας χωρίζει. Μια απόσταση μεταξύ μας που δεν θα μπορούσες να διανύσεις ποτέ. Κι έτσι αυτός ο ακατόρθωτος σκοπός θα γεννούσε θαυμασμό προς το πρόσωπό μου.


Ήθελα να βρίσκομαι πάντα 2 βήματα πιο μπροστά. Μπροστά που; Πιο μπροστά από τι; Σε έναν αόρατο αγώνα δρόμου προσπαθούσα να σε κερδίσω.


Θυμάμαι να ασφυκτυώ όταν σε έβλεπα να με φιλάς με κλειστά μάτια.


Νευρίαζα όταν δεν μπορούσα να σου αποδείξω την υπεροχή μου σε μία ιστορία που μαζί πλάθαμε. Γιατί γινόμουν έξω φρενών όταν γινόσουν συγκαταβατική και γλυκιά; Γιατί ποτέ δεν ηρεμησα όταν έπαιρνες το φταίξιμο πάνω σου; Ακόμα και όταν γνώριζες τη μισή αλήθεια; Πώς ήταν δυνατόν να είχες τόση καλοσύνη;


Γνώριζα ότι ήσουν αυτό που ήθελα να γίνω. Ένας υπέροχος άνθρωπος. Και αυτό με εξόργιζε και με τρομοκρατούσε πιο πολύ απ’ όλα. Πώς γίνεται να με ερωτευτεί ένας καλύτερος; Πώς θα μπορούσε να με θαυμάζει ένας σοφός; Γι’ αυτό ήθελα να σε κρατάω χαμηλά. Στο σκοτάδι της δικής μου ασφάλειας. Ό,τι κάνουν επί εκατομμύρια χρόνια όλες οι κυβερνήσεις και οι αστυνόμοι του κόσμου. Που μας κρύβουν το φως, που μας θέλουν φοβισμένους, να μας είναι αυτοί απαραίτητοι γιατί μόνοι μας νομίζουμε πως δεν μπορούμε. Αποκομμένοι από τους γύρω μας, να μην εμπιστευόμαστε, μην βρούμε την αλήθεια, τη δύναμή μας. Κι εγώ σε τρόμαζα για να μείνεις μαζί μου και μόνο. Γι’ αυτό το λόγο αποθάρρυνα τις παρέες σου. Γι’ αυτό το λόγο απέρριπτα κάθε καινούρια σου συνήθεια. Για να μην φύγεις. Για να νιώθεις αδύναμη να περπατήσεις μόνη σου. Ενώ στ’ αλήθεια, μπορούσες να πετάξεις. Αλλά δεν ήθελα να το ξέρεις.


Ήθελα εγώ να οδηγώ το ταξίδι αυτό. Αλλά ήμουν πολύ απασχολημένος με το να σε δένω στη γη, που ποτέ δεν είχα χρόνο να βρω τα δικά μου φτερά. Κι έτσι ποτέ δεν ταξιδέψαμε μαζί αλήθεια. Κι έτσι κολλήσαμε και οι δυο εδώ κάτω. Να κοιτάμε να απογειώνονται άλλοι στον ουρανό. Και εγώ να σε πείθω ότι δεν ξέραν τι έκαναν, πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό που έκαναν. Τους κοιτούσα υποτιμητικά απο χαμηλά. Και εκείνοι μας χαμογελούσαν από ψηλά. Τότε σε φιλούσα στα μάτια, να μην τους κοιτάς.


Το άγχος μας γερνάει 4 φορές πιο γρήγορα. Κι έφτασε ο καιρός, που ήθελες να φύγεις επιτέλους. Εγώ ήμουν πολύ γέρος πια για να σε συγκρατήσω και τα κατάφερες. Μού είπες ότι θα με έχεις για πάντα στην καρδιά και με χάιδεψες. Καθώς έκανες κομμάτια τις αλυσίδες σου. Απομακρυνόσουν και καταλάβαινα την αλήθεια: 


Πρέπει να παραμείνεις νέος. 


τι κρίμα που δεν το κατάλαβα νωρίτερα. Ίσως την επόμενη φορά.”


Δίπλωσε το χαρτί, το άφησε στο κομοδίνο και έφυγε από το παράθυρο.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου