Η φετινή πρωτοχρονιάτικη έξοδος πρέπει να ήταν η πιο epic fail που έχω ζήσει. Νιώσε. Δεν είχαμε κλείσει τραπέζι σε κάποιο μαγαζί, έβρεχε ασταμάτητα όλο το βράδυ και η σίγουρη παρέα μου ήταν εγώ και ένας ακόμη. Και ύστερα ήρθαν και δύο κορίτσια. Ξεκινήσαμε στις 2:30 την πρώτη μας επαφή με τη βροχή. Κάτω από ομπρέλες αποφασίσαμε να πάμε σε ένα μαγαζί που ακουγόταν η μουσική του απ' έξω. Το μαγαζί λιγάκι μέτριο, η μουσική εντάξει, η θέση μας ψιλομούφα. Αλλά για διάφορους λόγους γελούσαμε και η καρδιά μου ήταν σαν αφράτο κέικ. Υπήρχε κάτι σαν αγάπη πάνω από το τραπέζι μας.
Τρία ουίσκια ύστερα, ξαναβγήκαμε στη βροχή και τότε ξεκίνησε η αρχή του τέλους της βραδιάς. Μπήκαμε σε ένα μαγαζί που μας φάνηκε ακριβό, και βγήκαμε αμέσως και περπατήσαμε προς το άγνωστο χωρίς βάρκα για ελπίδα. Ήμασταν 5 παιδιά με 2 ομπρέλες. Ο ένας, και ο πιο καλοντυμένος, ήταν μονίμως ξεσκέπαστος και περπατούσε μόνος. Κρύο πολύ, οι κρύες σταγόνες μας χτυπούσαν από μπροστά. Τα πόδια μου πουντιασμένα, παπούτσια βουτηγμένα σε κάθε λογής πρόχειρη λακκούβα. Αλλά δεν μού έκανε καρδιά να θυμώσω. Γιατί υπήρχε κάτι σαν αγάπη κάτω από τις ομπρέλες και τα υπόστεγα. Εγώ τουλάχιστον έτσι το θυμάμαι. Ότι ο ένας νοιαζόταν πιο πολύ για τον άλλον. Και όταν μπαίναμε σε ένα μαγαζί και ήταν μούφα, στεναχωριόμασταν πιο πολύ για τον διπλανό μας επειδή τον είχαμε κουβαλήσει μέχρι εκεί. Κρατούσαμε τις ομπρέλες σφιχτά να μην βραχεί ο άλλος, και μετά κοιτούσαμε το κεφάλι μας. Και αυτό είναι μια συγκινητική πράξη. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός και με πήγαινε ο μπαμπάς μου στο σχολείο τις βροχερές μέρες, βρεχόταν όλη η αριστερή πλευρά του, αλλά εγώ και η τσάντα μου ήμασταν εντελώς στεγνοί. Και το θεωρούσα φυσιολογικό να συμβαίνει αυτό, γιατί ήταν "μεγάλος" και οι μεγάλοι αυτό έπρεπε να κάνουν. Αλλά τώρα που το θυμάμαι, το βρίσκω συγκινητικό. Γιατί μάλλον ένιωθε κάτι σαν αγάπη για μένα.
Όταν έφυγαν τα κορίτσια, τρέχαμε από υπόστεγο σε υπόστεγο και μπήκαμε σε ένα κλαμπ σαν να είχαμε βγει από το ντουζ. Η ώρα 6 παρά. Παραγγείλαμε τα ποτά μας και είπα στον φίλο μου: "Δεν γαμιέται ρε μαλάκα. Να πα' να γαμηθεί. Στ' αρχίδια σου." Και όντως το ένιωθα. Κι ας είχαμε σπαταλήσει ένα βράδυ στη βροχή και στο πουθενά, ένιωθα ακόμα ζωντανός. Ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι υπήρχε κάτι σαν αγάπη στην παρέα μας, στα ηχεία που έβγαζαν Orishas, στο ποτό που ήταν εντάξει, στις γυναίκες που ήταν τόσο όμορφες. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο ένιωθα στ'αρχίδια μου και κουλ.
Και τρέξαμε πίσω πάλι υπόστεγο-υπόστεγο. Παγωμένες στάλες τρύπωναν από τον λαιμό και κυλούσαν στη ραχοκοκαλιά. Στάση για τσιγάρο. Τηλέφωνο στον φάνταρο. Κουτσομπολιό. Χαχανητά. Κάτω από αλουμινένιες στέγες. Λίγο πριν φανεί ο ήλιος για πρώτη φορά φέτος.
Γύρισα σπίτι μούσκεμα και άπιωτος και έτρεξα στο λάπτοπ για να σού γράψω. Ώρα 8 και 19. 1/1/2013. Η χρονιά μου αυτή θα έχει κάτι σαν αγάπη. Είναι η υπόσχεσή μου για φέτος. Κι ας έχει και βροχές και καταιγίδες. Έχουμε ομπρέλες ρε ;)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου