Στις 5 Ιανουαρίου ξύπνησα 17:55. Για πρωί. Ξέρεις, άλλο να ξυπνάς μεσημέρι 1-2, και άλλο 6 το απόγευμα. Σηκώθημα με δύο γεμάτες σακούλες κάτω από τα μάτια μου και πήγα προς το σαλόνι. Εκεί η μητέρα μου και ο πατέρας μου με υποδέχτηκαν με χαμόγελα. Μού είπαν καλημέρα και ξεκίνησαν να μού ετοιμάζουν να φάω. Για πρωινό-μεσημεριανό. Δεν με έκραξαν.
Τούς είπα ότι θα φύγω σε λίγο και ότι θα φάω έξω. Δεν μού φώναξαν, δεν μού την είπαν. Ο μπαμπάς μου είπε στη μαμά μου να βάλει στο ψυγείο το πιάτο, και ύστερα συνέχισαν χαρούμενα την ζωή τους. Ήταν γλυκύτατοι μαζί μου. Μάλιστα μού έφτιαξαν και πορτοκαλάδα.
Έφυγα βιαστικά για μία γιορτή. Γιόρταζε μία κοπέλα, καλή φίλη πάνω από μια δεκαετία, και κοπέλα ενός κολλητού. Μπήκα στο σπίτι και ένιωσα σαν να έμπαινα σπίτι μου. Βοήθησα λίγο στην προετοιμασία του φαγητού, είπα κάποια ανέκδοτα που είχα προσφάτως μάθει, τούς έκανα να γελάσουν. Μετά πήγα στον καναπέ που ήταν οι άλλοι, και αρχίσαμε να λέμε ιστορίες από παλιά, αλλά και καινούριες, και γελούσαμε. Αγόρια και κορίτσια. Ένιωθα οικογένεια.
Και τότε είπα ότι πρέπει να φύγουμε. Έπρεπε να πάμε και σε μια αλλη γιορτή. Και είναι πολύ συγκινητικό να ακούς τους φίλους σου να σε παρακαλάνε να μείνεις μαζί τους. Και εσύ να θες να γίνεις χίλια κομμάτια. Ή τουλάχιστον δύο. Για να βρεθείς και στις δύο γιορτές και να τούς έχεις όλους ευχαριστημένους. Μόλις βγήκα, μαζί με έναν άλλον, για να πάρουμε το αμάξι και να φύγουμε, ένας φίλος μας βγήκε στο παράθυρο και μάς φώναξε: "Μην φύγετε ρε μαλάκες....". Δεν ξέρω κατά πόσο για πλάκα το έκανε και κατά πόσο το εννοούσε, αλλά νομίζω ότι αν δεν το ένιωθε έστω και λίγο, δεν θα έκανε την συγκεκριμένη κινηση ούτε σαν αστείο. Εγώ συγκινήθηκα κι ας γέλασα μεγαλίστικα.
Πήγα σε ένα σπίτι που ήταν η εορταζούμενη, ο αδερφός μου και ένα σωρό άγνωστοι μεγάλοι. Μού είχαν πει ότι γενικά είναι όλοι "τρελοί" σε αυτό το παρεάκι και ήμουν κάπως προεατοιμασμένος και χαλαρός, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ. Και ούτε κι εσύ μπορείς να φανταστείς αν δεν το έχεις ζήσει. Μικροί και μεγάλοι. 25άρηδες και 50άρηδες, άντρες και γυναίκες, να συμπεριφέρονται όλοι σαν μια μαγική παρέα. Φωνές, αλκοόλ, γέλια, πειράγματα, μεταμφιέσεις. Και χορός. Πολύς χορός. Χορός με αγνώστους, χορός αστείος, χορός ο ένας πάνω -κυριολεκτικά- στον άλλον. Κάπου εκεί μία κοπέλα με κάλεσε να πάω την επόμενη μέρα στη γιορτή της. Δεν γνωριζόμασταν, αλλά μάλλον κάτι είχε αναπτυχθεί σε εκείνο το σαλόνι. Κάτι σαν συμπάθεια.
Εγώ πρώτη φορά πήγαινα. Σχεδόν κανείς δεν με ήξερε προσωπικά. Και δεν ξέρω πως έγινε, και σύντομα έγινα ένα μαζί τους. Χόρευα μαζί τους, τούς πείραζα και με πείραζαν, αγκαλιαζόμασταν, και λέγανε "καλά πόσο καιρό τον κρύβατε αυτόν;", εννοώντας εμένα. Μπορεί και να ανατιναζόμουν από αγάπη εκείνη την ώρα. Ευχόμουν και οι δικοί μου γονείς να είχαν τέτοιο παρεάκι. Πόσο ανάγκη το έχω.
Όση ώρα χόρευα και γελούσα και καραγκιοζοποιόμουν, μού στέλναν μηνύματα οι φίλοι μου από το άλλο πάρτυ και με ρωτούσαν αν θα επιστρέψω. Δεν επέστρεψα ποτέ. Πήρα κάπου τηλέφωνο τον άλλον αδερφό μου και μέσα στα πολλά, μού είπε ότι τού έχω λείψει και με ρώτησε πότε θα πάω στην πόλη του. Τού είπα σύντομα μιας κι εμένα μού έχει λείψει.
Τέλειωσε η γιορτή, πήγα σπίτι και πήρα τηλέφωνο την κοπέλα μου. Μιλήσαμε 55 λεπτά. Ένα πολύ γλυκό τηλεφώνημα. Από αυτά που ανοίγεις την ψυχή σου στον άλλον. Τής είπα ότι περνάω πολύ όμορφα τώρα με αυτούς τους ανθρώπους, δυστυχώς μακριά από την πόλη που ζω και εργάζομαι κανονικά. Το κλείσαμε γλυκά, και μού ήρθε μήνυμα 10 λεπτά ύστερα: "Για μένα δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από το να νιώθω πως είσαι καλά αγάπη μου. Και αν θες να κάτσεις εβδομάδες, να μην ανησυχείς. Εγώ θα έρχομαι τα σαββατοκύριακα να κάνουμε αγάπες χωρίς τελειωμό. Σε αγαπάω πιο πολύ από ποτέ αγάπη μου ;')".
Είναι η καλύτερη του κόσμου ή όχι; Είναι.
Πήγα στο κρεβάτι, και λίγο πριν πιάσω το λάπτοπ για να σού γράψω, μπήκα στο facebook. Μού είχε στείλει ένας φίλος, που τον θαυμάζω και σαν καλλιτέχνη και έχω ακούσει ένα δις φορές τα κομμάτια του. Με ρωτούσε αν μόλις ανέβω, αν θα πιούμε καμιά τσικουδιά παρέα.
Νομίζω πως ναι. Σήμερα έχω κάθε δικαίωμα να πω ότι είμαι ολοκληρωμένος άνθρωπος. Νομίζω ότι ο σκοπός του κάθε ανθρώπου είναι να γίνει αγαπητός. Να νικήσει τη μοναξιά και να κερδίσει τους ανθρώπους. Ξεκινώντας από την οικογένεια, τους "δεδομένους", μέχρι τους κολλητούς, τους φίλους, την κοπέλα, τους γνωστούς και τους αγνώστους. Μόνο τότε έχει καταφέρει κάτι σ' αυτή την πολύ μάταιη ζωή. Να είναι κομμάτι ενός συνόλου, μιας παρέας. Να μην νιώθει μόνος και τρελός. Η μοναξιά είναι ο χειρότερος φόβος και η μεγαλύτερη κατάρα, έχουμε ξαναπεί εξ' άλλου.
Σήμερα μπορώ να λέω ότι είμαι ευτυχισμένος. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι σε αυτή τη ζωή που με εκτιμούν και με θέλουν να υπάρχω κοντά τους. Και μού το δείχνουν. Ναι, μού το δείχνουν. Πόσο ωραίο είναι όταν μού το δείχνουν. Δεν με αφήνουν να το μαντέψω.
Σήμερα έζησα μια υπέροχη μέρα. Και αυτή την στιγμή ακόμα, ώρες μετά, νιώθω το φτερούγισμα στο στήθος μου. Γεμάτος. Δεν θέλω τίποτα περισσότερο από όσα είχα σήμερα.
Τίποτα.
Τούς είπα ότι θα φύγω σε λίγο και ότι θα φάω έξω. Δεν μού φώναξαν, δεν μού την είπαν. Ο μπαμπάς μου είπε στη μαμά μου να βάλει στο ψυγείο το πιάτο, και ύστερα συνέχισαν χαρούμενα την ζωή τους. Ήταν γλυκύτατοι μαζί μου. Μάλιστα μού έφτιαξαν και πορτοκαλάδα.
Έφυγα βιαστικά για μία γιορτή. Γιόρταζε μία κοπέλα, καλή φίλη πάνω από μια δεκαετία, και κοπέλα ενός κολλητού. Μπήκα στο σπίτι και ένιωσα σαν να έμπαινα σπίτι μου. Βοήθησα λίγο στην προετοιμασία του φαγητού, είπα κάποια ανέκδοτα που είχα προσφάτως μάθει, τούς έκανα να γελάσουν. Μετά πήγα στον καναπέ που ήταν οι άλλοι, και αρχίσαμε να λέμε ιστορίες από παλιά, αλλά και καινούριες, και γελούσαμε. Αγόρια και κορίτσια. Ένιωθα οικογένεια.
Και τότε είπα ότι πρέπει να φύγουμε. Έπρεπε να πάμε και σε μια αλλη γιορτή. Και είναι πολύ συγκινητικό να ακούς τους φίλους σου να σε παρακαλάνε να μείνεις μαζί τους. Και εσύ να θες να γίνεις χίλια κομμάτια. Ή τουλάχιστον δύο. Για να βρεθείς και στις δύο γιορτές και να τούς έχεις όλους ευχαριστημένους. Μόλις βγήκα, μαζί με έναν άλλον, για να πάρουμε το αμάξι και να φύγουμε, ένας φίλος μας βγήκε στο παράθυρο και μάς φώναξε: "Μην φύγετε ρε μαλάκες....". Δεν ξέρω κατά πόσο για πλάκα το έκανε και κατά πόσο το εννοούσε, αλλά νομίζω ότι αν δεν το ένιωθε έστω και λίγο, δεν θα έκανε την συγκεκριμένη κινηση ούτε σαν αστείο. Εγώ συγκινήθηκα κι ας γέλασα μεγαλίστικα.
Πήγα σε ένα σπίτι που ήταν η εορταζούμενη, ο αδερφός μου και ένα σωρό άγνωστοι μεγάλοι. Μού είχαν πει ότι γενικά είναι όλοι "τρελοί" σε αυτό το παρεάκι και ήμουν κάπως προεατοιμασμένος και χαλαρός, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ. Και ούτε κι εσύ μπορείς να φανταστείς αν δεν το έχεις ζήσει. Μικροί και μεγάλοι. 25άρηδες και 50άρηδες, άντρες και γυναίκες, να συμπεριφέρονται όλοι σαν μια μαγική παρέα. Φωνές, αλκοόλ, γέλια, πειράγματα, μεταμφιέσεις. Και χορός. Πολύς χορός. Χορός με αγνώστους, χορός αστείος, χορός ο ένας πάνω -κυριολεκτικά- στον άλλον. Κάπου εκεί μία κοπέλα με κάλεσε να πάω την επόμενη μέρα στη γιορτή της. Δεν γνωριζόμασταν, αλλά μάλλον κάτι είχε αναπτυχθεί σε εκείνο το σαλόνι. Κάτι σαν συμπάθεια.
Εγώ πρώτη φορά πήγαινα. Σχεδόν κανείς δεν με ήξερε προσωπικά. Και δεν ξέρω πως έγινε, και σύντομα έγινα ένα μαζί τους. Χόρευα μαζί τους, τούς πείραζα και με πείραζαν, αγκαλιαζόμασταν, και λέγανε "καλά πόσο καιρό τον κρύβατε αυτόν;", εννοώντας εμένα. Μπορεί και να ανατιναζόμουν από αγάπη εκείνη την ώρα. Ευχόμουν και οι δικοί μου γονείς να είχαν τέτοιο παρεάκι. Πόσο ανάγκη το έχω.
Όση ώρα χόρευα και γελούσα και καραγκιοζοποιόμουν, μού στέλναν μηνύματα οι φίλοι μου από το άλλο πάρτυ και με ρωτούσαν αν θα επιστρέψω. Δεν επέστρεψα ποτέ. Πήρα κάπου τηλέφωνο τον άλλον αδερφό μου και μέσα στα πολλά, μού είπε ότι τού έχω λείψει και με ρώτησε πότε θα πάω στην πόλη του. Τού είπα σύντομα μιας κι εμένα μού έχει λείψει.
Τέλειωσε η γιορτή, πήγα σπίτι και πήρα τηλέφωνο την κοπέλα μου. Μιλήσαμε 55 λεπτά. Ένα πολύ γλυκό τηλεφώνημα. Από αυτά που ανοίγεις την ψυχή σου στον άλλον. Τής είπα ότι περνάω πολύ όμορφα τώρα με αυτούς τους ανθρώπους, δυστυχώς μακριά από την πόλη που ζω και εργάζομαι κανονικά. Το κλείσαμε γλυκά, και μού ήρθε μήνυμα 10 λεπτά ύστερα: "Για μένα δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από το να νιώθω πως είσαι καλά αγάπη μου. Και αν θες να κάτσεις εβδομάδες, να μην ανησυχείς. Εγώ θα έρχομαι τα σαββατοκύριακα να κάνουμε αγάπες χωρίς τελειωμό. Σε αγαπάω πιο πολύ από ποτέ αγάπη μου ;')".
Είναι η καλύτερη του κόσμου ή όχι; Είναι.
Πήγα στο κρεβάτι, και λίγο πριν πιάσω το λάπτοπ για να σού γράψω, μπήκα στο facebook. Μού είχε στείλει ένας φίλος, που τον θαυμάζω και σαν καλλιτέχνη και έχω ακούσει ένα δις φορές τα κομμάτια του. Με ρωτούσε αν μόλις ανέβω, αν θα πιούμε καμιά τσικουδιά παρέα.
Νομίζω πως ναι. Σήμερα έχω κάθε δικαίωμα να πω ότι είμαι ολοκληρωμένος άνθρωπος. Νομίζω ότι ο σκοπός του κάθε ανθρώπου είναι να γίνει αγαπητός. Να νικήσει τη μοναξιά και να κερδίσει τους ανθρώπους. Ξεκινώντας από την οικογένεια, τους "δεδομένους", μέχρι τους κολλητούς, τους φίλους, την κοπέλα, τους γνωστούς και τους αγνώστους. Μόνο τότε έχει καταφέρει κάτι σ' αυτή την πολύ μάταιη ζωή. Να είναι κομμάτι ενός συνόλου, μιας παρέας. Να μην νιώθει μόνος και τρελός. Η μοναξιά είναι ο χειρότερος φόβος και η μεγαλύτερη κατάρα, έχουμε ξαναπεί εξ' άλλου.
Σήμερα μπορώ να λέω ότι είμαι ευτυχισμένος. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι σε αυτή τη ζωή που με εκτιμούν και με θέλουν να υπάρχω κοντά τους. Και μού το δείχνουν. Ναι, μού το δείχνουν. Πόσο ωραίο είναι όταν μού το δείχνουν. Δεν με αφήνουν να το μαντέψω.
Σήμερα έζησα μια υπέροχη μέρα. Και αυτή την στιγμή ακόμα, ώρες μετά, νιώθω το φτερούγισμα στο στήθος μου. Γεμάτος. Δεν θέλω τίποτα περισσότερο από όσα είχα σήμερα.
Τίποτα.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου