Ο χειρότερός μου εχθρός είσαι εσύ. Είσαι εσύ αναβλητικότητα. Εσύ που κάθε μέρα μπαίνω και σού γράφω τα πιο μυστικά μου. Τρελαίνομαι όποτε φτάνω στην σκέψη ότι εσύ είσαι η κύρια υπεύθυνη για τη στεναχώρια μου.
Σήμερα ήταν να πάω σε κάποια γενέθλια. Με το ζόρι σηκώθηκα από το λάπτοπ, έκανα ντουζάκι, ντύθηκα και σύρθηκα μέχρι το μετρό. Με το ζόρι ευχήθηκα χρόνια πολλά, έκατσα σε μια καρέκλα γύρω από ένα τραπέζι που δεν γνώριζα κανέναν, και ξεκίνησα να ρουφάω βαριεστημένα τη μπυρίτσα μου.
Δεν ξέρω αν είναι στον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου, αλλά εγώ δεν μπορώ να μένω σιωπηλός όποτε υπάρχουν σιωπηλοί άνθρωποι γύρω μου. Και έτσι, χωρίς λογικής έγκριση, άρχισα να μιλάω και να ακούω τους δίπλα μου. Και σύντομα και τούς απέναντί μου. Άνθρωποι που δεν είχα ξαναδεί, μού λέγαν ενδιαφέροντα πράγματα και εγώ τούς έλεγα άλλα, πιο αστεία και γελούσαν. Και γίναμε παρεάκι μάλλον. Και ύστερα μπήκαμε στο εσωτερικό του μαγαζιού (γιατί τόση ώρα ήμασταν στην αυλίτσα) και αρχίσαμε και χορεύαμε. Χωρίς συγχρονισμό, χωρίς γνώσεις χορού, χωρίς τίποτα. Αλλά χοροπηδούσαμε σαν τα τρελά, χορεύαμε, γελούσαμε, πειραζόμασταν, λέγαμε μαλακίες φωναχτά και πίναμε.
Πήγα στο μπαρ και ενώ περίμενα τον Τζόνι μου τον μαύρο, μια κοπέλα μού έλεγε αστειάκια. Μού τριβόταν και μού την έπεφτε κανονικά, αλλά δεν έδωσα σημασία γιατί δεν ήταν του γούστου μου. Της χαμογέλασα βαθιά πάντως, τής είπα ομορφούλικες κουβέντες και έφυγα αγκαζέ με τον Τζόνι.
Ύστερα, ήρθε μια άλλη κοπέλα εκεί που καθόμουν και μού έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα. Ότι τής θύμιζα κάποιον, και μετά ήθελε ένα τσιγάρο βιομηχανικό και πιο μετά μού ζήτησε να την χορέψω. Εγώ γενικά δεν το έχω με τον χορό. Δεν το έχω καθόλου. Καθόλου καθόλου. Τον σιχαίνομαι τον χορό. Όσο είμαι ξέπιωτος. Γιατί αν είμαι σε καλή μεθυσμένη φάση, μπορώ να χορεύω για ώρες και να γουστάρω και στα παπαράκια μου όλα όλα. Νιώθω τέλεια. Κίνηση σώματος, ιδρώτας, κούραση, μουσική τέρμα και αλκοόλ. Είναι το τέλειο combo ναρκωτικών.
Πιο μετά έπιασα κουβέντα με έναν άσχετο. Πιο ύστερα με έναν άλλον. Λίγο αργότερα με κάποια άλλη. Συνέχεια παίζαν ματιές με κοπέλες, αλλά γύριζα αλλού το βλέμμα γιατί δεν τα έχω συνηθίσει εγώ αυτά. Αλλά αν πήγαινα και της έλεγα κάτι; Δεν ψάχνω γκόμενα. Αλλά ανθρώπους να γνωρίσω, να μάθω, να κάνω παρέα, θέλω καθημερινά ρε πούστη μου.
Και ύστερα βγήκαμε έξω και τούς είπα ότι θα πάρω ταξί καθώς δεν βόλευε η διαδρομή τους για να με αφήσουν στο σπίτι. Αλλά όλοι, με μία φωνή, δεν σήκωσαν κουβέντα. Θα με αφήναν στην πόρτα μου. Όσο κι αν νύσταζαν. Και μέχρι το σπίτι μου, γελούσαμε, και λέγαμε μαλακίες και το ένα και το άλλο.
Ξέρεις τι; Είναι ένας κόσμος εκεί έξω. Και καλά θα κάνεις, να σηκώσεις τον κώλο σου και να πας να τον βρεις. Δεν θα έρθει να σού χτυπήσει το θυροτηλέφωνο. Είναι καλή η φάση στο σπίτι με τα φιλαράκια σου, αλλά έτσι δεν πας πουθενά, δυστυχώς. Και ενώ το ξέρεις, δεν σηκώνεσαι. Γι' αυτό σού λέω, εσύ φταις, αναβλητικότητα. Μην με κρατάς πίσω. Όλο λέω θα αλλάξω και εσύ με γαμάς. Η ζωή είναι έξω. Μακριά απο σένα.
Άσε με, ρε παιδάκι μου.
Άσε με, ρε παιδάκι μου.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου