Είναι άγραφος νόμος πως όταν πίνεις παρέα με κάποιον, θα πρέπει να πίνει και ο άλλος. Αλλιώς τι φάση; Εγώ θα κατεβάζω τις τζινάρες κι εσύ θα τη γλιτώνεις με κοκακόλες;
Αλλά ας την δούμε και την άλλη μεριά. Όταν πίνω, τη σάρκα μου σκίζουν δύο νεανικά χέρια και ξεπροβάλλει εκείνος ο μπόμπιρας που δεν θα μεγαλώσει ποτέ μάλλον. Είναι αυτός που ακόμα ελπίζει, φωτίζει, μεγαλώνει, ακόμα ζει όμορφα. Ακόμα αγαπάει. Και το φωνάζει. "Αγάπη, μόνο!".
Αν βρεθούν δύο μεθυσμένοι μαζί, όσο καλά κι αν τα πουν, το επόμενο πρωί θα βρυκολακιάσουν τους μπόμπιρες τους. Θα αναρωτηθούν, αντρίκια, πως πω ρε μαλάκα τι ήπιαμε χτες, τι μαλακίες λέγαμε πάλι χτες. Και θα γελάσουν στα μεγαλίστικα.
Αν ο ένας πίνει και ο άλλος είναι άπιωτος, τότε ο δεύτερος θα τα φιλτράρει καλύτερα. Θα εκτιμήσει την ψυχοσύνθεση του πότη. Και το επόμενο πρωί θα θυμάται ακόμα τις υποσχέσεις του πρώτου. Και ίσως γίνει ο κύριος Ξυπνητήρης.
Πόσα μεγάλα λόγια έχουμε πει μεθυσμένοι, ε; Αλλά θυμάσαι ότι τα εννοούσες, σωστά; Πες μού αλήθεια, εκείνα τα λόγια που είπες, δικά σου δεν ήταν; Αλλά μετά το ξενέρωμα, δεν βρήκες ποτέ τη δύναμη να τα συνεχίσεις. Τι είσαι, άραγε; Ένα αμάξι που τρώει αλκοόλη αντί για βενζίνα; Και χωρίς αυτήν δεν πας πουθενά;
Ρε μια μέρα δεν θα έχω ανάγκη καμία ουσία, θα το δεις. Δεν θα την έχω ανάγκη. Γιατί ξέρεις, μωρέ. Η ουσία είναι μία. Και την λένε, έλα ξέρεις πώς την λένε.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου