Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κουναβάκι. Μεγάλωνε χαρούμενο στην πράσινη φάρμα του κυρίου Μανώλη, με άλλα ζωάκια. Χαμογελούσε, και γελούσε πολύ. Ήταν ένα ευτυχισμένο κουνάβι, μπορούσες να πεις.
Ένα βράδυ, ο Μανώλης αποφάσισε να φέρει και άλλα ζωντανά στο μικρό αυτό πράσινο περιφραγμένο χωριό. Έφερε ένα μικρούτσικο ελάφι και ένα μικροσκοπικό ποντίκι. Το ποντικάκι ήταν μικρό, ντροπαλό, αλλά τσαχπίνικο. Ήταν μόλις ημερών, μωρέ. Το κουνάβι έκανε κέφι το ποντικάκι. Γελούσε μαζί του. Το ποντικάκι δεν έκανε κάτι φοβερό πέρα από το να υπάρχει, αλλά του κουναβιού τού αρκούσε αυτό το γεγονός για να γελάει.
Οι μέρες περνούσαν στην μικρή εκείνη φάρμα, και το κουνάβι είχε συνηθίσει πια την ύπαρξη του ποντικιού. Δεν γελούσε τόσο πολύ, αλλά απολάμβανε την παρέα του. Όπως ακριβώς ένιωθε φιλική ευφορία με το ελάφι, το γουρούνι και την ζέβρα. Ήταν μια φιλήσυχη, ολοπράσινη φάρμα.
Το ποντίκι θυμόταν το γλυκό περίσσιο γέλιο από το κουνάβι τις πρώτες μέρες της σύντομης ζωής του. Και τού κακοφαινόταν που δεν υπήρχε πλέον. Γι' αυτό το λόγο, έκανε προσπάθειες ώστε να γίνει πάλι αρεστό. Σερνόταν συνεχώς, δήθεν τυχαία, κοντά του και έκανε γκριματσούλες. Το κουνάβι χαχάνιζε και πάλι βέβαια, αλλά όχι όπως τις πρώτες φορές.
Μέχρι που ένα βράδυ με αστροφεγγιά, όλα τα ζωά είχαν πάει από νωρίς για ύπνο, κάτω από τον ξύλινο σταβλίσκο. Το κουνάβι είχε μείνει να κοιτάζει τα αστέρια που τόσο αγαπούσε, και φυσικά το ποντικάκι δεν έχασε την ευκαιρία να πάει δίπλα του. Μιλούσανε όλο το βράδυ. Χωρίς γκριμάτσες και αστείες φάτσες αυτή τη φορά. Κοιτούσαν τον ουρανό και τον αγαπούσανε μαζί.
Ήρθε νωρίς το χάραμα και ο Μανώλης διαπίστωσε κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Το ποντίκι, όπως πίστευε, ήταν τελικά και αυτό κουνάβι! Μα πώς το είχε μπερδέψει; Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς δεν το είχε δει τόσο καιρό. Τού φάνηκε παράξενο πολύ, αλλά χάρηκε που είχε δύο κουνάβια πια, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, και ονειρευόταν μια μέρα να κάνουν κουναβάκια πολλά.
Τα δύο κουνάβια αρχίσανε να κάνουν τέλεια παρέα. Πάντα μαζί τα έβλεπες. Το αγοροκούναβο μάζευε λουλούδια συνέχεια και τα έβαζε μπροστά στο κοριτσοκούναβο, για να τα δει μπροστά της όταν ανοίξει τα μάτια της. Και με αυτά να ξυπνήσει. Χαιρόταν τόσο πολύ εκείνη, που πολλαπλασιαζόταν η χαρά του αγοροκούναβου. Μην ρωτήσεις το πώς το ξέρω. Απλά το ξέρω.
Περάσαν χρόνια, και ο Μανώλης χτυπήθηκε από την κρίση. Πούλησε αρκετά από τα ζώα του και με βαριά καρδιά, μια κρύα πρωία, αναγκάστηκε να χωρίσει τα δύο κουνάβια. Πήρε το αγοροκούναβο και το έστειλε σε μία μακρινή και όχι τόσο καταπράσινη φάρμα.
Δύο χρόνια μετά, η κρίση ήταν ακόμα εκει. Η κουναβίνα είχε γίνει πλέον η βασίλισσα της φάρμας. Ήταν η πιο παλιά και ακόμα η πιο όμορφη. Έτρεχε από εδώ και από εκεί, αλλά λίγο δυστυχισμένη, γιατί πλέον είχε μάθει όλα τα κατατόπια και το ενδιαφέρον της καινούριας ανακάλυψης, ήταν ξινό σταφύλι για εκείνη.
Μία μέρα φθινοπωρινή, έβρεχε. Τότε εμφανίστηκε ο κούναβος πίσω από τα σύρματα. Η κουναβίνα τα έπαιξε.
- "Τι κάνεις εσύ εδώ;", τού είπε εντυπωσιασμένη.
- "Ήρθα να σε πάρω. Αφού εμείς οι δύο πρέπει να είμαστε μαζί, βρε χαζή".
- "Ναι, αλλά τα κάγκελα;"
Το αγοροκούναβο έκανε μια χαψιά τα κάγκελα.
-"Βλακείες. Άντε έλα", τής είπε.
- "Ναι, αλλά βρέχει. Πώς θα αντέξει τόση βροχή η γούνα μας;"
Τότε εκείνος έβγαλε μία ομπρέλα κόκκινη.
- "Έχω ακόμα την ομπρέλα σου. Θυμάσαι;"
Και ήταν αστείο το θέαμα. Έβλεπες δύο κουνάβια να κατεβαίνουν γρήγορα ένα βουνό, κάτω από μία κόκκινη ομπρέλα, αγαπημένα και σίγουρα. Περπατούσαν τρελά, γελούσε δυνατά η κουναβίνα. Τα γέλια της αντηχούσαν παντού στη φύση.
Ο κουναβίνος είχε βρει αυτό που έψαχνε, το πρωί της 23ης Σεπτεμβρίου του 2012.
1 σχόλια:
Πολύ γλυκό...Μακάρι όλοι οι κουναβίνοι να ήταν έστι!!!
Δημοσίευση σχολίου