Αυτό το αεροδρόμιο άφιξης εξομολογήσεων, που λέγεται αναβλητικότη, είναι ο καλύτερος σταθμός μετεπιβίβασης. Αφήνω ανεπιτήρητα στο πλάι τις βαλίτσες με την ατακτοποίητη καθημερινότητά μου, για να δω την απογείωση μιας άγνωστης πτήσης. Γραπώνομαι νοητά και πετάω μαζί της στο προγραμματισμένο της πουθενά. Και τότε αρχίζω να θυμάμαι ξανά.
θυμάμαι που δούλευα σε ένα βίντεοκλαμπ, μαντινείας και κάτι γωνία. Ήταν μεσάνυχτα 1 και η ησυχία στο δρόμο ήταν πια η βασίλισσα της πόλης. Εκείνη, στο σαλόνι, με περίμενε για χειμερινές και ατελείωτες κατωπαπλωματικές αγκαλιές. Ο ουρανός μάς χώριζε με μια πυκνή καταιγίδα. Δεν είχα ομπρέλα μαζί μου. Ούτε αμάξι είχα, ούτε χρήματα για ταξί, ούτε καν χοντρά παπούτσια. Τής τηλεφώνησα για να τής πω ότι θα καθυστερούσα. Τότε ήταν που άκουσα από την άλλη άκρη της σπιράλ γραμμής, εκείνο που δεν θα καταφέρει να σβήσει ούτε το αλτσχάιμερ:
- Να έρθω να σε πάρω;
- Πώς να έρθεις, καρδιά μου;
- Με την ομπρέλα μου.
Γιατί όταν αγαπάς, μάλλον η ομπρέλα γίνεται και όχημα. Μού ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω τα δάκρυα από τις στάλες, πάνω στο μουσκεμένο μου πρόσωπό. Έμπαινα μέσα σε λακούβες και αυτές μού έδιναν ώθηση για να τρέξω ακόμα πιο γρήγορα. Έπρεπε μια ώρα αρχύτερα να αγκαλιάσω τον άνθρωπο που μού είπε εκείνη τη φράση. Και μόλις έφτασα στο κατώφλι και μού άνοιξε την πόρτα, δεν της άφησα περιθώρια για ανάσες. Όχι. Κάτι ίσως να μού μουρμούρισε ότι την έσφιγγα πολύ, και ίσως κάτι λέξεις όπως μουσκίδι και πνευμονία. Δεν θυμάμαι τίποτα.
Χρόνια μετά τής είπα για εκείνο το βράδυ. Το είχε ξεχάσει. Το θεώρησε πολύ φυσικό να είχε πει εκείνο το πράγμα. "Ντάξει, σιγά. Κι εσύ το ίδιο δεν θα έκανες;". Ναι, αγάπη μου, κι εγώ μέχρι την άκρη του κόσμου θα πάσχιζα για να μην βραχείς, απλά ως τότε πίστευα ότι μόνο εγώ ήμουν ο τρελός. Δεν γνώριζα ότι ήσουν κι εσύ. Και κάθε φορά που τρώω τόση αγάπη κατακούτελα, τα χάνω και μού φαίνεται η ζωή τόσο εύκολη τελικά.
Από τα φτηνιάρικα ηχεία ακούγεται η αναγγελία της πτήσης μου. Με καλούνε ως καθυστερημένο επιβάτη. Είμαι, αλλά ίσως όχι όπως το εννοούν εκείνοι. Πρέπει να φύγω, καλή μου αναβλητικότη. Με περιμένει κάποια βαρετή υποχρέωση στη γη του Παρόντος.
Στεκόμενος στην ουρά, λίγο πριν δώσω τα διαπιστευτήρια στην πύλη, σκέφτομαι να το σκάσω. Είμαι δευτερόλεπτα μακριά από μια απρόβλεπτη φυγή. Τι κι αν τρέξω αντίθετα; Να βρω μια πτήση που να φεύγει άμεσα για την Παρελθοντία; Το φαντάζομαι να συμβαίνει, και νιώθω ήρωας με μπέρτα κόμικ. Και δεν θα με νοιάζει πλέον το βλέμμα της υπαλλήλου που θα με κοιτάζει σαν χάνος να φεύγω, και να απορεί. Στ' αρχίδια μου η απορία σου, κοίτα τη ζωή σου. Ούτε τι ψιθυρίζουν οι άλλοι επιβάτες για μένα, ούτε αν τους καθυστερήσω, ούτε αν έχω κάποιο γνωστό και με ξέρει, ούτε αν θα ξανακούσω το όνομά μου απ' τα γαμημένα ηχεία.
Τα δευτερόλεπτα περνούν σαν κλανιά. Δίνω το πλαστικό μου χαρτί, πού 'χει μία φάτσα που ποτέ μου δεν αναγνώρισα. Η υπάλληλος, με ένα χαμόγελο ψυγείου, μού εύχεται καλό ταξίδι. "Επίσης" τής απαντώ κι ας μην πετάει εκείνη. Τι σημασία έχει; Και οι δύο ψέματα δεν λέμε; Μπαίνω στο χλιδοαεροσκάφος της Paron Airlines και πριν ακόμα το συνειδητοποιήσω, πετάω ξανά. Είναι η στιγμή που αγαπώ τους αεροπειρατές.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου