στον ηλεκτρικό

16 Μαρ 2012


Ήμασταν στον Ηλεκτρικό, στη στάση Αττική. Επιβιβαστήκαμε ένα μπούγιο άγνωστοι, και μαζί μας ένας γέρος με πατημένα τα 80, κρατώντας έναν Ριζοσπάστη παραμάσχαλα. Είχε όρεξη για κουβέντα. Μόνο όρεξη δηλαδή; Ο τύπος διψούσε να μαλώσει. Πλησίασε, λοιπόν, κάποιους μικρότερούς του (γύρω στα 70) και άρχισε να τους λέει: "Τι θα ψηφίσετε; Δεν πιστεύω τον Αντωνάκη..". Ε, δεν ήθελε και πολύ, και μέσα σε λίγα λεπτά είχε αρχίσε να φωνάζει προς πάσα κατεύθυνση ότι είμαστε με τους μαυραγορίτες, τους Χίτες, τους προδότες της Ελλάδος. Είχε ζήσει κατοχή και εμφύλιο αυτός και ήξερε, έλεγε. Οι περισσότεροι δεν τού δίνανε σημασία, αλλά κάποιοι του πετούσαν πού και πού κάνα πετυχημένο τρολ για την Παπαρήγα, και ο γεράκος ξαναφούντωνε.

Ήταν μεσημέρι, φίσκα το βαγόνι, με τους περισσότερους να επιστρέφουν κουρασμένοι από τη δουλειά, και το τελευταίο για το οποίο θα ήθελαν να ακούσουν ήταν το ΚΚΕ. Τον παρακαλούσαν: "Σας παρακαλούμε, είμαστε κουρασμένοι. Σιωπή!", είπε δυνατά μία κυρία. "Έλα, παππού σώπα τώρα όμως", παραπονέθηκε ένας νεαρός. Αλλά αυτός εκεί, δεν έβαλε γλώσσα μέσα ούτε για ένα δευτερόλεπτο.

Κάποια στιγμή, λίγο πριν τα Άνω Πατήσια, φώναξε κάποιος:

- "Παππού, σε ποια στάση κατεβαίνεις;"
- "Στην Κηφισιά!", πετάχτηκε κάποιος άλλος.

Και αμέσως όλοι γέλασαν. Γιατί αυτό ήταν αστείο για 2 λόγους:

α) Επειδή θα έπρεπε να τον ανεχτούν για πολλές στάσεις ακόμα.
β) Επειδή ένας γέρος κομμουνιστής που διακηρύττει τον αντικαπιταλισμό, θα ήταν τουλάχιστον οξύμωρο να ζει στα βόρεια προάστια.

Όλοι γέλασαν. Και αφού το γέλιο ζέστανε τις παγωμένες απρόσωπες σχέσεις μας, όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι γίναμε μία ομάδα με ένα κοινό χαρακτηριστικό: Όλοι βασανιζόμασταν από τον γεράκο. Γίναμε ξαφνικά ένα σύνολο με ίδιους στόχους: Να κοροϊδέψουμε ή να κάνουμε να παύσει αυτός ο παππούλης. Και έβλεπες ύστερα όλοι να κοιτάζονται μεταξύ τους και να γελάνε. Και όλοι να μουρμουράνε με χαχανητά, και ο καθένας να πετάει ένα σχετικό αστειάκι στον διπλανό του. Ο παλαιοκομμουνιστής συνέχιζε αγέρωχος να σκούζει και να φωνάζει. Αλλά τώρα πια ήταν οκ και φυσιολογικό, να κοιτάξεις την διπλανή γκομενάρα και να της πεις: "πω... δεν σταματάει με τίποτα". Και εκείνη να σου χαμογελάσει και να σού πει: "γάμησέ τα.. απορώ πότε θα κουραστεί να σταματήσει..χαχα..". Και τους έβλεπες όλους να χαμογελάνε, όσο άγνωστοι και να ήταν.

Και απορώ. Τι πρέπει να συμβεί ώστε να παγιωθεί αυτό το κλίμα; Να μπαίνεις στο μετρό, και να χαμογελάς σε όλους. Να βλέπεις κάποιον με μία μπλούζα που σού αρέσει και να πηγαίνεις να τον ρωτάς: "Γαμάει η μπλούζα σου, από πού την πήρες;" Και να είναι φυσιολογικό το να σε εξυπηρετήσει. Να νιώθουμε ότι έχουμε ένα κοινό χαρακτηριστικό. Έστω το ότι χρησιμοποιούμε το ίδιο μέσο, την ίδια χρονική στιγμή, και αυτά τα λεπτά θα τα περάσουμε όσο πιο χαμογελαστά μπορούμε. Και μετά ας φύγουμε προς αντίθετες, για πάντα, κατευθύνσεις. 

2 σχόλια:

iLiAs είπε...

σ' αυτον τον ηλεκτρικο..βρισκεις καθε καρυδιας καρυδι!

καλο σαβ/κο :)

Palette είπε...

αυτο ακριβως σκεφτομαι και γω... πραγματικα εχω τρομαξει τοσο, εισαι μεσα στο μυαλο μου! απο μικρη το σκεφτομουν αυτο, να βγαινεις εξω και να χαμογελας σε ολους, να μιλας λες και ειναι φιλοι σου, να μη ντρεπεσαι να ρωτησεις 'τι ωρα ειναι;'. Πωπω.

Δημοσίευση σχολίου