Ο δρόμος και η τύχη με έφερε στο στενάκι του παλιού μας σπιτιού. Κοίταξα το κουδούνι σου και ήταν αδειανό. Δεν μένει εδώ κανείς, σκέφτηκα. Πήγα να φύγω, αλλά άκουσα τη φωνή σου από ψηλά να έρχεται. Σήκωσα το βλέμμα μου και ήσουν στο μπαλκόνι όπως παλιά. Μου έκανες νόημα με το χέρι να περιμένω μέχρι να μού ανοίξεις απ' το θυροτηλέφωνο και έπειτα άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει. Προχώρησα ως το ασανσέρ, εκείνον τον τόσο παλιό ξύλινο θάλαμο. Πάτησα το κουμπί 2, χωρίς ακόμα να μπορώ να καταλάβω τι είχε συμβεί. Είχες γυρίσει πίσω; Και πώς ήταν δυνατόν να ξανανοίκιασες το ίδιο σπίτι; Και δεν θα μού είχες πει τίποτα;
Βγήκα από το ασανσέρ και σε είδα ακριβώς μπροστά μου. Όπως πάντα, έβγαινες στο χωλ, και έρχόσουν μέχρι την πόρτα του ασανσέρ για να με αρπάξεις, να μην χάσεις χρόνο όπως έλεγες. Με τις τρύπιες πυτζάμες, με το μαλλί το ό,τι να 'ναι. Μπήκαμε στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Άδεια μπουκάλια στο τραπεζάκι. Πεταμένα ρούχα στον καναπέ και τσόφλια από παλιά σποράκια στο πάτωμα. Το τραπεζάκι είχε ακόμα εκείνη την μυστηριώδη τρύπα που δεν μού εξήγησες ποτέ. Πριν προλάβω να ρωτήσω το οτιδήποτε, με άρπαξες και με οδήγησες στο δωμάτιό σου.
Και εκείνο ήταν τόσο ίδιο όσο το θυμάμαι. Πάντα αχούρι. Με ποτήρια ξεραμένου καφέ και κρασοπότηρα γύρω από τις οθόνες. Σκόνη παντού, και ένα πάπλωμα ανάκατο. Με πέταξες στο κρεβάτι, ήρθες από πάνω μου, με ένα χαμόγελο λαχτάρας, και άρχισες να με φιλάς, να με δαγκώνεις, να με αγκαλιάζεις, να με τσιμπάς, να με ρουφάς, να με αγαπάς δυνατά.
Αφέθηκα. Γιατί να σπαταλήσω την στιγμή, με χαζές ερωτήσεις για το πώς βρεθήκαμε ξανά εδώ; Τόση σημασία είχε πια; Δεν με ενδιέφερε η αιτιολόγηση. Με ένοιαζε μόνο ότι σε είχα ξανά πάνω μου, να με σφίγγεις και να σκορπάς τους φόβους μου στη σαχάρα. Θυμάσαι πού λέγαμε "παράδεισο" τις αγκαλιές μας; Θυμάσαι που θεωρούσαμε την αγκαλιά μας αυτήν, σαν τον Παράδεισο που ακούγαμε να λένε; Ε; Σίγουρα θα το θυμάσαι. Αφού σε βλέπω ότι είσαι όπως παλιά. Σαν να μην μπήκε κανένας χωρισμός ποτέ ανάμεσά μας.
Ένιωθα μπερδεμένα όμορφα.
Ύστερα χτύπησε το θυροτηλέφωνο και ήταν το φαγητό. Το μαγειρείο του Τάσου. Δυο μερίδες, μία σαλάτα και πολύ γιαούρτι, ε; Και τρέχαμε να φέρουμε μαχαιροπήρουνα και να καθαρίσουμε το τραπεζάκι στο μπαλκόνι από τους χτεσινούς ναργιλέδες. Καθόμασταν αντίκρυ και μιλούσαμε για πολιτική, για την κοινωνία, για ψυχολογία. Και σήμερα, ακριβώς τα ίδια. Μού έκανες αστειάκια για τη χρυσή αυγή και τη βουλή. Και σού έλεγα ότι κάποια θέματα είναι πολύ σοβαρά δεν είναι για να κάνουμε αστεία μαζί τους. Και τότε ήταν που έκανες ακόμα πιο κάφρικα αστεία, επειδή ήξερες και ήξερα ότι δεν υπάρχουν όρια στο γέλιο. Με έκανες και γελούσα. Και όποτε γελούσα πολύ, μού υπενθύμιζες τότε που σού είχα πει ότι γενικά δεν γελάω εύκολα, και ένιωθες ωραία που τα κατάφερνες με εμένα. Ναι, με είχες καταφέρει.
Και αφού σκάσαμε, με ξαναπήγες στο κρεβάτι. Να κάνουμε αγκαλιές, και να μού χαϊδεύεις τα μαλλιά. Να τα μυρίζεις, να τα κοιτάς και διαδρομές να φτιάχνεις διασχίζοντάς τα. Με έβαζες "φυλακή". Δηλαδή τόσο σφιχτή αγκαλιά με χέρια και πόδια, που να μην μπορώ να κουνήσω. Και τότε σού είπα ότι πρέπει να φύγω, γιατί με περιμένουν οι υποχρεώσεις. Μού ψιθύρισες: "Δεν μπορείς να φύγεις. Σε έχω βάλει φυλακή. Αλλά μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να σε πειράξει κανείς εδώ".
Υπήρχε ασφάλεια, όντως. Και όλο βυθιζόμουν ξανά, και παραδινόμουν νοσταλγικά και άνευ όρων. Σε αυτήν την πραγματικότητα όπου, επιτέλους, δεν απαιτούσε λογικές εξηγήσεις. Τι όμορφος κόσμος ήταν αυτός;
- Άντε πάμε, ρε Μιμή! Τι κοιτάς τόση ώρα τα κουδούνια; Ακόμα να το χωνέψεις ότι έφυγε;
- Μα;
- Δεν μένει εδώ κανείς… μόνο τα δέντρα μείναν ίδια… κι άδειοι δρόμοι με σκουπίδια… έλα θα σ' το τραγουδάω στο δρόμο. Πάμε, μας περιμένουν. Βγήκα από το ασανσέρ και σε είδα ακριβώς μπροστά μου. Όπως πάντα, έβγαινες στο χωλ, και έρχόσουν μέχρι την πόρτα του ασανσέρ για να με αρπάξεις, να μην χάσεις χρόνο όπως έλεγες. Με τις τρύπιες πυτζάμες, με το μαλλί το ό,τι να 'ναι. Μπήκαμε στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Άδεια μπουκάλια στο τραπεζάκι. Πεταμένα ρούχα στον καναπέ και τσόφλια από παλιά σποράκια στο πάτωμα. Το τραπεζάκι είχε ακόμα εκείνη την μυστηριώδη τρύπα που δεν μού εξήγησες ποτέ. Πριν προλάβω να ρωτήσω το οτιδήποτε, με άρπαξες και με οδήγησες στο δωμάτιό σου.
Και εκείνο ήταν τόσο ίδιο όσο το θυμάμαι. Πάντα αχούρι. Με ποτήρια ξεραμένου καφέ και κρασοπότηρα γύρω από τις οθόνες. Σκόνη παντού, και ένα πάπλωμα ανάκατο. Με πέταξες στο κρεβάτι, ήρθες από πάνω μου, με ένα χαμόγελο λαχτάρας, και άρχισες να με φιλάς, να με δαγκώνεις, να με αγκαλιάζεις, να με τσιμπάς, να με ρουφάς, να με αγαπάς δυνατά.
Αφέθηκα. Γιατί να σπαταλήσω την στιγμή, με χαζές ερωτήσεις για το πώς βρεθήκαμε ξανά εδώ; Τόση σημασία είχε πια; Δεν με ενδιέφερε η αιτιολόγηση. Με ένοιαζε μόνο ότι σε είχα ξανά πάνω μου, να με σφίγγεις και να σκορπάς τους φόβους μου στη σαχάρα. Θυμάσαι πού λέγαμε "παράδεισο" τις αγκαλιές μας; Θυμάσαι που θεωρούσαμε την αγκαλιά μας αυτήν, σαν τον Παράδεισο που ακούγαμε να λένε; Ε; Σίγουρα θα το θυμάσαι. Αφού σε βλέπω ότι είσαι όπως παλιά. Σαν να μην μπήκε κανένας χωρισμός ποτέ ανάμεσά μας.
Ένιωθα μπερδεμένα όμορφα.
Ύστερα χτύπησε το θυροτηλέφωνο και ήταν το φαγητό. Το μαγειρείο του Τάσου. Δυο μερίδες, μία σαλάτα και πολύ γιαούρτι, ε; Και τρέχαμε να φέρουμε μαχαιροπήρουνα και να καθαρίσουμε το τραπεζάκι στο μπαλκόνι από τους χτεσινούς ναργιλέδες. Καθόμασταν αντίκρυ και μιλούσαμε για πολιτική, για την κοινωνία, για ψυχολογία. Και σήμερα, ακριβώς τα ίδια. Μού έκανες αστειάκια για τη χρυσή αυγή και τη βουλή. Και σού έλεγα ότι κάποια θέματα είναι πολύ σοβαρά δεν είναι για να κάνουμε αστεία μαζί τους. Και τότε ήταν που έκανες ακόμα πιο κάφρικα αστεία, επειδή ήξερες και ήξερα ότι δεν υπάρχουν όρια στο γέλιο. Με έκανες και γελούσα. Και όποτε γελούσα πολύ, μού υπενθύμιζες τότε που σού είχα πει ότι γενικά δεν γελάω εύκολα, και ένιωθες ωραία που τα κατάφερνες με εμένα. Ναι, με είχες καταφέρει.
Και αφού σκάσαμε, με ξαναπήγες στο κρεβάτι. Να κάνουμε αγκαλιές, και να μού χαϊδεύεις τα μαλλιά. Να τα μυρίζεις, να τα κοιτάς και διαδρομές να φτιάχνεις διασχίζοντάς τα. Με έβαζες "φυλακή". Δηλαδή τόσο σφιχτή αγκαλιά με χέρια και πόδια, που να μην μπορώ να κουνήσω. Και τότε σού είπα ότι πρέπει να φύγω, γιατί με περιμένουν οι υποχρεώσεις. Μού ψιθύρισες: "Δεν μπορείς να φύγεις. Σε έχω βάλει φυλακή. Αλλά μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να σε πειράξει κανείς εδώ".
Υπήρχε ασφάλεια, όντως. Και όλο βυθιζόμουν ξανά, και παραδινόμουν νοσταλγικά και άνευ όρων. Σε αυτήν την πραγματικότητα όπου, επιτέλους, δεν απαιτούσε λογικές εξηγήσεις. Τι όμορφος κόσμος ήταν αυτός;
- Άντε πάμε, ρε Μιμή! Τι κοιτάς τόση ώρα τα κουδούνια; Ακόμα να το χωνέψεις ότι έφυγε;
- Μα;
4 σχόλια:
δημιουργήθηκε ένας κόμπος στο στομάχι μου διότι μπορώ να πώ,πως σε νιώθω και έχω ζήσει παρόμοια πράγματα.Αουτς...
Κ ΕΓΩ , ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΟΜΩΣ...
πόσο αληθινό;
μου θυμίζει εμένα,ένα δροσερό απόγευμα του καλοκαιριού..να κοιτάω το λιμάνι και να μας φαντάζομαι ξανά εκεί.πάντα εκεί.
μα στα όνειρα εγκλωβίστηκα,δεν μ'άρεσε η αλήθεια.
πονάνε όμως κι αυτά.
δεν υπάρχει λύση τελικά.
Να πηγαίνεις συνεχώς! Εκεί... Στα ίδια μέρη! Κάποια στιγμή θα γυρίσει!
Δημοσίευση σχολίου